Οι πηγές του Ευρώτα

Φωτογραφία του Γάλλου αρχαιολόγου Antoine Bon, τραβηγμένη πριν το 1932.

Image

Advertisements

άγριες παρουσίες στις παρυφές της πόλης

Ανεβασμένος στην ταράτσα της τελευταίας πολυκατοικίας της πόλης -για να βγάλω φωτογραφίες- διέκρινα πάνω σε μια μάντρα να κινείται ένα ζώο. Αρχικά το πέρασα για γάτα, αλλά είχε παράξενα μεγάλα αυτιά. Οι φωτογραφίες φανέρωσαν την παρουσία ενός «άγριου» κυνηγού που κυκλοφορεί στις παρυφές της τσιμεντοποιημένης ζώνης!

Image

Image

Image

Image

Ο Φλωμπέρ για το τοπίο της Σπάρτης το 1851• γιατί του άρεσαν τα Μενελάια, περισσότερο κι από τον Ταΰγετο;

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821-1880), ο συγγραφέας της Μαντάμ Μποβαρύ, ένας από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους στην ιστορία της λογοτεχνίας, ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1850-1851 μαζί με τον φίλο του Maxime du Camp. Παρότι το ταξίδι στην Πελοπόννησο μέσα στο Γενάρη ήταν δύσκολο, το έκαναν, καθώς ο Φλωμπέρ ήθελε διακαώς να δει τη Σπάρτη. Τις εντυπώσεις του τις μαθαίνουμε από το προσωπικό του ημερολόγιο και από κάποιες αναφορές στα γράμματα που στέλνει στη μητέρα του και τους φίλους του. Στις 29 Ιανουαρίου του 1851 οι δυο φίλοι κατηφορίζουν προς την κοιλάδα του Ευρώτα. Ο Φλωμπέρ σημειώνει στο ημερολόγιο:

«Σε λίγο εμφανίζεται μπροστά μας, πίσω από πράσινα βουνά, ο Ταΰγετος, με σκούρο γκριζογάλαζο χρώμα, με λευκές κορυφές· φαίνεται να έχει πολλές βουνοκορφές κατά μήκος του, σκεπασμένες από σύννεφα· ανάμεσα σ’αυτόν και σε μας, είναι η πεδιάδα όπου βρίσκεται η Σπάρτη· στα αριστερά μας, αμφιθεατρικά, το χωριό Βουρλιάς. Περνάμε ένα χείμαρρο που κυλάει πάνω σε άμμο, πα­ραπόταμο του Ευρώτα, που τον βρίσκουμε σε λίγο μπρο­στά μας και στρεφόμαστε αμέσως δεξιά. Ο Ευρώτας, κατακίτρινος (λόγω των βροχών), μου φαίνεται μεγάλος περίπου όσο και ο Touques [μικρό ποτάμι στη Νορμανδία]· στις όχθες του έχει ροδοδάφνες, αγριομυρτιές, μουριές. Περνάμε μια σαμαρωτή γέφυρα, πολύ ψηλή, πολύ λεπτή, πολύ κομψή. Για να περνάνε τα νερά έχουν διαμορφώσει (αντί­θετα προς κάθε έννοια συμμετρίας) δύο καμάρες δεξιά και μόνο μία αριστερά.  Δεξιά, μια μικρή σειρά από πράσινους λόφους, πίσω από τους οποίους, πότε-πότε εμφανίζεται ο Ταΰγετος, κάθετος, γαλάζιος σκούρος, τυλιγμένος με χιόνια στο κεφάλι του· στα αριστερά, τα βουνά από την άλλη μεριά του ποταμιού που κυλάει ανάμεσα στα δέντρα, παίρνουν τη μορφή ενός μακριού τείχους που χαμηλώνει καθώς πλησιάζει στη Σπάρτη, και έχει κοκκινωπό χρώμα και ένα αρμονικά σμιλεμένο ομαλό περίγραμμα. Δεν ξέρω γιατί αυτό μου θυμίζει το δωρικό ρυθμό και μου αρέσει υπερβολικά, περισσότερο κι από τον Ταΰγετο (παρότι είναι τόσο ωραίος): είναι βουνά στωικά ή ακόμα σπαρτιάτικα

Σε ένα γράμμα στη μητέρα του, ο Φλωμπέρ αναφέρει: «Το τοπίο της Σπάρτης είναι απ’ τα πιο παράξενα και απ’ τη στιγμή που τ’ αντικρίσεις δεν σβήνεται απ’ το νου σου.»   Και στον φίλο του Louis Bouilhet: «Το τοπίο της Σπάρτης είναι μοναδικό και χρειάζονται τέσσερις σελίδες για να το περιγράψεις· το αφήνουμε για αργότερα.»

William Blake Richmond: «Η κοιλάδα του Ευρώτα», 1883

Image

Ο μικρός αυτός πίνακας (26.7 x 44.7 εκ) που βρίσκεται στην πινακοθήκη του Σέφηλντ ζωγραφίστηκε από τον William Blake Richmond κατά το ταξίδι του στη Σπάρτη τον Σεπτέμβριο του 1883. Σε αυτές τις όχθες του Ευρώτα ο ζωγράφος είχε μια ονειρική εμπειρία, την οποία κατέγραψε στο ημερολόγιό του, και η οποία θα του ενέπνεε έναν μεγάλο πίνακα (Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης) που εξέθεσε το 1886, και για τον οποίο προφανώς αυτός εδώ χρησίμευσε ως σπουδή. Εκεινο που κάνει εντύπωση είναι τα πολύ διαφορετικά στυλ ζωγραφικής στους δύο πίνακες: ο ένας, που προφανώς έχει ζωγραφιστεί επίτόπου, έχει έναν ιμπρεσιονιστικό χαρακτήρα, με ζωηρά χρώματα· ο άλλος ένα κλασσικίζον νεορομαντικό ύφος.

Η ονειρική εμπειρία του William Blake Richmond στις όχθες του Ευρώτα το 1883

Image

«…και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω»

Ο μεγάλος αυτός πίνακας (1,5 επί 1 μέτρο περίπου) εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1886 στην Grosvenor Gallery, στο Λονδίνο, με τίτλο Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης. Ο διπλός αυτός τίτλος ήθελε να δώσει αμέσως στον θεατή όλο του το νόημά: Ότι επρόκειτο δηλαδή για μια κλασική βουκολική σκηνή, μια φαντασιακή απεικόνιση της αρχαίας «αρκαδικής’ ουτοπίας», ταυτόχρονα όμως και για μια αυθεντική ανάμνηση από το τοπίο της Σπάρτης, το προϊόν ενός ταξιδιού.

Ο ζωγράφος William Blake Richmond (1842-1921), ήταν μια επιφανής προσωπικότητα της βικτωριανής Αγγλίας. Ο πατέρας του, ο επίσης ζωγράφος George Richmond, ήταν στενός φίλος και οπαδός του μεγάλου οραματικού ζωγράφου και ποιητή William Blake, του οποίου το όνομά έδωσε στον γιο του. Ο W. B. Richmond μεγάλωσε λοιπόν μέσα στον κύκλο των οπαδών του Blake, των λεγόμενων «Αρχαίων». Συνδέθηκε στενά με τον John Ruskin, τον σπουδαιότερο κριτικό της εποχής, και με την ομάδα των λεγόμενων προραφαηλιτών ζωγράφων. Ήταν ένας επίσημος, θα λέγαμε, ζωγράφος του βικτωριανού νεορομαντισμού, γνωστός για τα μυθολογικά θέματα αλλά και τα πορτρέτα της ελίτ της πολιτικής, της τέχνης, της διανόησης, όπως του Γλάδστωνα, του Δαρβίνου, του συγγραφέα Robert Lewis Stevenson, του ποιητή Robert Browning, του William Morris, κ.α. Το 1891 ανέλαβε ένα από τα μεγαλύτερα εικαστικά έργα της εποχής, τα ψηφιδωτά του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο.

Ο W.B. Richmond έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα, το 1882 και 1883, και ο πίνακας αυτός είναι το μοναδικό μεγάλο και επεξεργασμένο έργο του για το ελληνικό τοπίο. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον πίνακα είναι ότι ο Richmond κατέγραψε και στο προσωπικό του ημερολόγιο αυτήν την εμπειρία, την «ανάμνηση», που ζωγράφισε. Ο Richmond και οι δύο Άγγλοι συνταξιδιώτες του έφτασαν  στη Σπάρτη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1883 και έμειναν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου, που αναχώρησαν μέσω Ταΰγετου για την Καλαμάτα. Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Richmond κατέγραψε στο ημερολόγιό του μια εκδρομή με το άλογο στον Ευρώτα. Αναφέρει πώς διέσχισε δύο φορές τον ποταμό και ότι ανέβηκε τις όχθες του  περνώντας μέσα από μεγάλους καλαμιώνες, «αληθινά δάση, μέρη αντάξια για τον Πάνα». Και περιγράφει ως εξής τη σκηνή, στις όχθες του Ευρώτα, που του ενέπνευσε τον πίνακα:

«Κοπάδια από πρόβατα και κατσίκες κατέβαιναν από τους λόφους για να ποτιστούν, και ο βοσκός έπαιζε την όμορφη φλογέρα του στην ορχήστρα που έκαναν τα κουδουνίσματά τους. … Είναι σαν μια μουσική από όνειρο.

Έτσι έστρεψα το άλογό μου και ξεκίνησα να γυρίσω πίσω μέσα στο ήσυχο απάνεμο σούρουπο, και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω· καθώς πλησίαζε η νύχτα, έμοιαζε να συγκεντρώνονται ένταση χρωμάτων, δύναμη αποχρώσεων, μια σιωπηλή μοναχική αρμονία και μια μεγάλη γαλήνη. Το θρόισμα των φύλλων ήταν ανάερο, ακόμα και όταν ο άνεμος είχε τη δύναμη να τα κουνήσει, ήταν σαν ένα απαλό νανούρισμα που αποκοίμιζε όσα στη διάρκεια της ημέρας είχαν αναστατωθεί και βασανιστεί. Οι λεύκες με τα μεγάλα άσπρα κλαδιά τους λάμπανε σαν ασήμι στο λυκόφως, οι λόφοι ήταν σαν διάφανο γαλάζιο κρύσταλλο· τα λιβάδια ήταν από απαλό πράσινο· οι λοφίσκοι στεφανώνονταν από το χρυσάφι των θερισμένων σταροχώραφων· μικρά ρέματα ακολουθούσαν τον δρόμο τους που κρύβεται κάτω από αμπέλια και συκιές, και το απαλό τους μουρμουρητό έφτανε στο αυτί σαν ένα τραγούδι των νεράιδων, καθαρό σε όσους ακούνε, που μιλάει για τα μυστικά της βουκολικής ζωής, και αντηχεί στους αυλούς του βοσκού, στα βελάσματα και τα κουδουνίσματα των προβάτων. Δεν ήθελα να επιστρέψω στη Σπάρτη, αλλά με το πούσι της νύχτας που ερχόταν από το ποτάμι δεν ήταν συνετό να συνεχίσω να γυρίζω έξω.»

Αποτιμώντας αυτή τη μοναδική εμπειρία του, συμπλήρωσε στο ημερολόγιό του:

«Ακόμα κι αν μερικές φορές είχα θλιμμένες σκέψεις, και καθώς επιθυμώ να γίνω πιο αντάξιος των πάρα πολλών χαρών που πήρα στη ζωή μου, και που άλλοι δεν είχαν, καμιά μουρμούρα δεν πρέπει να περάσει ποτέ από τα χείλη μου, κανένα παράπονο, μερικές φορές νομίζω ότι έχω πάρα πολλά.»

(Υ.Γ. Τον πίνακα αυτόν τον είδα πριν από μερικά χρόνια σε μια γκαλερί του Λονδίνου, η οποία και τον είχε προς πώληση σε μία -όχι πολύ μεγάλη- τιμή. Έγινε τότε μία προσπάθεια μήπως και κατορθώναμε να αγοραστεί ο πίνακας και να έρθει στη Σπάρτη, από κάποιον φορέα όπως η Πινακοθήκη Σπάρτης ή η Πνευματική Εστία. Δυστυχώς δεν το καταφέραμε και ο πίνακας πουλήθηκε σε ιδιώτη.)

Τα ερείπια της Σπάρτης το 1829, σε χάρτη της γαλλικής Expédition

Image

Στον δεύτερο τόμο της γαλλικής Επιστημονικής αποστολής του Μοριά, εκτός από τον χάρτη των περιχώρων της Σπάρτης που σχεδίασε ο Émile le Puillon de Boblaye δημοσιεύεται και ένας πιο λεπτομερής και ειδικός «Χάρτης μέρους των ερειπίων της Σπάρτης», σχεδιασμένος από τον αρχιτέκτονα Abel Blouet και τους συνεργάτες του.

Στη λεπτομέρεια του χάρτη (πάνω) βλέπουμε την περιοχή του Ευρώτα, και διακρίνουμε τα κυκλικά θεμέλια του μικρού ρωμαϊκού αμφιθεάτρου που περιέβαλλε το ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος, τα οποία ήταν εμφανή (όπως φαίνεται και από το χαρακτικό του Λε Ρουά το 1754). Στον χάρτη (κάτω) βλέπουμε όλα τα ορατά τότε ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, αλλά και την τοπογραφία της περιοχής πέντε χρόνια πριν αρχίσει να δημιουργείται η νέα πόλη.

Image