William Blake Richmond: «Η κοιλάδα του Ευρώτα», 1883

Image

Ο μικρός αυτός πίνακας (26.7 x 44.7 εκ) που βρίσκεται στην πινακοθήκη του Σέφηλντ ζωγραφίστηκε από τον William Blake Richmond κατά το ταξίδι του στη Σπάρτη τον Σεπτέμβριο του 1883. Σε αυτές τις όχθες του Ευρώτα ο ζωγράφος είχε μια ονειρική εμπειρία, την οποία κατέγραψε στο ημερολόγιό του, και η οποία θα του ενέπνεε έναν μεγάλο πίνακα (Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης) που εξέθεσε το 1886, και για τον οποίο προφανώς αυτός εδώ χρησίμευσε ως σπουδή. Εκεινο που κάνει εντύπωση είναι τα πολύ διαφορετικά στυλ ζωγραφικής στους δύο πίνακες: ο ένας, που προφανώς έχει ζωγραφιστεί επίτόπου, έχει έναν ιμπρεσιονιστικό χαρακτήρα, με ζωηρά χρώματα· ο άλλος ένα κλασσικίζον νεορομαντικό ύφος.

Advertisements

Η ονειρική εμπειρία του William Blake Richmond στις όχθες του Ευρώτα το 1883

Image

«…και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω»

Ο μεγάλος αυτός πίνακας (1,5 επί 1 μέτρο περίπου) εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1886 στην Grosvenor Gallery, στο Λονδίνο, με τίτλο Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης. Ο διπλός αυτός τίτλος ήθελε να δώσει αμέσως στον θεατή όλο του το νόημά: Ότι επρόκειτο δηλαδή για μια κλασική βουκολική σκηνή, μια φαντασιακή απεικόνιση της αρχαίας «αρκαδικής’ ουτοπίας», ταυτόχρονα όμως και για μια αυθεντική ανάμνηση από το τοπίο της Σπάρτης, το προϊόν ενός ταξιδιού.

Ο ζωγράφος William Blake Richmond (1842-1921), ήταν μια επιφανής προσωπικότητα της βικτωριανής Αγγλίας. Ο πατέρας του, ο επίσης ζωγράφος George Richmond, ήταν στενός φίλος και οπαδός του μεγάλου οραματικού ζωγράφου και ποιητή William Blake, του οποίου το όνομά έδωσε στον γιο του. Ο W. B. Richmond μεγάλωσε λοιπόν μέσα στον κύκλο των οπαδών του Blake, των λεγόμενων «Αρχαίων». Συνδέθηκε στενά με τον John Ruskin, τον σπουδαιότερο κριτικό της εποχής, και με την ομάδα των λεγόμενων προραφαηλιτών ζωγράφων. Ήταν ένας επίσημος, θα λέγαμε, ζωγράφος του βικτωριανού νεορομαντισμού, γνωστός για τα μυθολογικά θέματα αλλά και τα πορτρέτα της ελίτ της πολιτικής, της τέχνης, της διανόησης, όπως του Γλάδστωνα, του Δαρβίνου, του συγγραφέα Robert Lewis Stevenson, του ποιητή Robert Browning, του William Morris, κ.α. Το 1891 ανέλαβε ένα από τα μεγαλύτερα εικαστικά έργα της εποχής, τα ψηφιδωτά του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο.

Ο W.B. Richmond έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα, το 1882 και 1883, και ο πίνακας αυτός είναι το μοναδικό μεγάλο και επεξεργασμένο έργο του για το ελληνικό τοπίο. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον πίνακα είναι ότι ο Richmond κατέγραψε και στο προσωπικό του ημερολόγιο αυτήν την εμπειρία, την «ανάμνηση», που ζωγράφισε. Ο Richmond και οι δύο Άγγλοι συνταξιδιώτες του έφτασαν  στη Σπάρτη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1883 και έμειναν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου, που αναχώρησαν μέσω Ταΰγετου για την Καλαμάτα. Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Richmond κατέγραψε στο ημερολόγιό του μια εκδρομή με το άλογο στον Ευρώτα. Αναφέρει πώς διέσχισε δύο φορές τον ποταμό και ότι ανέβηκε τις όχθες του  περνώντας μέσα από μεγάλους καλαμιώνες, «αληθινά δάση, μέρη αντάξια για τον Πάνα». Και περιγράφει ως εξής τη σκηνή, στις όχθες του Ευρώτα, που του ενέπνευσε τον πίνακα:

«Κοπάδια από πρόβατα και κατσίκες κατέβαιναν από τους λόφους για να ποτιστούν, και ο βοσκός έπαιζε την όμορφη φλογέρα του στην ορχήστρα που έκαναν τα κουδουνίσματά τους. … Είναι σαν μια μουσική από όνειρο.

Έτσι έστρεψα το άλογό μου και ξεκίνησα να γυρίσω πίσω μέσα στο ήσυχο απάνεμο σούρουπο, και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω· καθώς πλησίαζε η νύχτα, έμοιαζε να συγκεντρώνονται ένταση χρωμάτων, δύναμη αποχρώσεων, μια σιωπηλή μοναχική αρμονία και μια μεγάλη γαλήνη. Το θρόισμα των φύλλων ήταν ανάερο, ακόμα και όταν ο άνεμος είχε τη δύναμη να τα κουνήσει, ήταν σαν ένα απαλό νανούρισμα που αποκοίμιζε όσα στη διάρκεια της ημέρας είχαν αναστατωθεί και βασανιστεί. Οι λεύκες με τα μεγάλα άσπρα κλαδιά τους λάμπανε σαν ασήμι στο λυκόφως, οι λόφοι ήταν σαν διάφανο γαλάζιο κρύσταλλο· τα λιβάδια ήταν από απαλό πράσινο· οι λοφίσκοι στεφανώνονταν από το χρυσάφι των θερισμένων σταροχώραφων· μικρά ρέματα ακολουθούσαν τον δρόμο τους που κρύβεται κάτω από αμπέλια και συκιές, και το απαλό τους μουρμουρητό έφτανε στο αυτί σαν ένα τραγούδι των νεράιδων, καθαρό σε όσους ακούνε, που μιλάει για τα μυστικά της βουκολικής ζωής, και αντηχεί στους αυλούς του βοσκού, στα βελάσματα και τα κουδουνίσματα των προβάτων. Δεν ήθελα να επιστρέψω στη Σπάρτη, αλλά με το πούσι της νύχτας που ερχόταν από το ποτάμι δεν ήταν συνετό να συνεχίσω να γυρίζω έξω.»

Αποτιμώντας αυτή τη μοναδική εμπειρία του, συμπλήρωσε στο ημερολόγιό του:

«Ακόμα κι αν μερικές φορές είχα θλιμμένες σκέψεις, και καθώς επιθυμώ να γίνω πιο αντάξιος των πάρα πολλών χαρών που πήρα στη ζωή μου, και που άλλοι δεν είχαν, καμιά μουρμούρα δεν πρέπει να περάσει ποτέ από τα χείλη μου, κανένα παράπονο, μερικές φορές νομίζω ότι έχω πάρα πολλά.»

(Υ.Γ. Τον πίνακα αυτόν τον είδα πριν από μερικά χρόνια σε μια γκαλερί του Λονδίνου, η οποία και τον είχε προς πώληση σε μία -όχι πολύ μεγάλη- τιμή. Έγινε τότε μία προσπάθεια μήπως και κατορθώναμε να αγοραστεί ο πίνακας και να έρθει στη Σπάρτη, από κάποιον φορέα όπως η Πινακοθήκη Σπάρτης ή η Πνευματική Εστία. Δυστυχώς δεν το καταφέραμε και ο πίνακας πουλήθηκε σε ιδιώτη.)