Ο Φλωμπέρ για το τοπίο της Σπάρτης το 1851• γιατί του άρεσαν τα Μενελάια, περισσότερο κι από τον Ταΰγετο;

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821-1880), ο συγγραφέας της Μαντάμ Μποβαρύ, ένας από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους στην ιστορία της λογοτεχνίας, ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1850-1851 μαζί με τον φίλο του Maxime du Camp. Παρότι το ταξίδι στην Πελοπόννησο μέσα στο Γενάρη ήταν δύσκολο, το έκαναν, καθώς ο Φλωμπέρ ήθελε διακαώς να δει τη Σπάρτη. Τις εντυπώσεις του τις μαθαίνουμε από το προσωπικό του ημερολόγιο και από κάποιες αναφορές στα γράμματα που στέλνει στη μητέρα του και τους φίλους του. Στις 29 Ιανουαρίου του 1851 οι δυο φίλοι κατηφορίζουν προς την κοιλάδα του Ευρώτα. Ο Φλωμπέρ σημειώνει στο ημερολόγιο:

«Σε λίγο εμφανίζεται μπροστά μας, πίσω από πράσινα βουνά, ο Ταΰγετος, με σκούρο γκριζογάλαζο χρώμα, με λευκές κορυφές· φαίνεται να έχει πολλές βουνοκορφές κατά μήκος του, σκεπασμένες από σύννεφα· ανάμεσα σ’αυτόν και σε μας, είναι η πεδιάδα όπου βρίσκεται η Σπάρτη· στα αριστερά μας, αμφιθεατρικά, το χωριό Βουρλιάς. Περνάμε ένα χείμαρρο που κυλάει πάνω σε άμμο, πα­ραπόταμο του Ευρώτα, που τον βρίσκουμε σε λίγο μπρο­στά μας και στρεφόμαστε αμέσως δεξιά. Ο Ευρώτας, κατακίτρινος (λόγω των βροχών), μου φαίνεται μεγάλος περίπου όσο και ο Touques [μικρό ποτάμι στη Νορμανδία]· στις όχθες του έχει ροδοδάφνες, αγριομυρτιές, μουριές. Περνάμε μια σαμαρωτή γέφυρα, πολύ ψηλή, πολύ λεπτή, πολύ κομψή. Για να περνάνε τα νερά έχουν διαμορφώσει (αντί­θετα προς κάθε έννοια συμμετρίας) δύο καμάρες δεξιά και μόνο μία αριστερά.  Δεξιά, μια μικρή σειρά από πράσινους λόφους, πίσω από τους οποίους, πότε-πότε εμφανίζεται ο Ταΰγετος, κάθετος, γαλάζιος σκούρος, τυλιγμένος με χιόνια στο κεφάλι του· στα αριστερά, τα βουνά από την άλλη μεριά του ποταμιού που κυλάει ανάμεσα στα δέντρα, παίρνουν τη μορφή ενός μακριού τείχους που χαμηλώνει καθώς πλησιάζει στη Σπάρτη, και έχει κοκκινωπό χρώμα και ένα αρμονικά σμιλεμένο ομαλό περίγραμμα. Δεν ξέρω γιατί αυτό μου θυμίζει το δωρικό ρυθμό και μου αρέσει υπερβολικά, περισσότερο κι από τον Ταΰγετο (παρότι είναι τόσο ωραίος): είναι βουνά στωικά ή ακόμα σπαρτιάτικα

Σε ένα γράμμα στη μητέρα του, ο Φλωμπέρ αναφέρει: «Το τοπίο της Σπάρτης είναι απ’ τα πιο παράξενα και απ’ τη στιγμή που τ’ αντικρίσεις δεν σβήνεται απ’ το νου σου.»   Και στον φίλο του Louis Bouilhet: «Το τοπίο της Σπάρτης είναι μοναδικό και χρειάζονται τέσσερις σελίδες για να το περιγράψεις· το αφήνουμε για αργότερα.»

Advertisements

Ο Νίκος Καζαντζάκης «στους όχτους του Ευρώτα» το 1937

Image

Το Σεπτέμβριο του 1937 ο Νίκος Καζαντζάκης πραγματοποίησε μια περιοδεία στην Πελοπόννησο, που κράτησε 17 ημέρες, για λογαριασμό της εφημερίδας Καθημερινή. Ξέρουμε ότι στη Σπάρτη βρίσκεται στις 15 Σεπτεμβρίου, μια που στέλνει από εκεί ένα γράμμα στον Παντελή Πρεβελάκη. Τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή με γενικό τίτλο «Ένα ταξίδι εις την Πελοπόννησον», από τις 7 Νοεμβρίου ως τις 15 Δεκεμβρίου του 1937 (η φωτογραφία είναι από ένα από αυτά). Αργότερα, το 1961, θα συγκεντρωθούν σε τόμο υπό τον τίτλο Ο Μοριάς. Ο Καζαντζάκης είχε έρθει πολλές φορές στη Σπάρτη. Πρώτη φορά, το 1915, τον είχε φέρει ο Άγγελος Σικελιανός, στον οποίο και ανήκουν οι στίχοι «του μεγάλου ποιητή» που παραθέτει. Συνέχεια

«Η Ελένη στο μουσείο της Σπάρτης» του Μωρίς Μπαρρές (1906)

Eleni-Dioskouri

Μία τις στήλες με τους Διόσκουρους και την Ελένη που βρίσκονται στο Μουσείο της Σπάρτης

«Μέσα στο φτωχικό μουσείο της Σπάρτης, πάνω σε πολλά ανάγλυφα, βλέπουμε τους Διόσκουρους. Συνήθως κρατάνε τα άλογά τους από τα χαλινάρια. Μερικές φορές είναι όρθιοι, γυμνοί, με τους σκούφους των μάγων. Στηρίζονται πάνω στις λόγχες τους. Ανάμεσά τους έχουν την αδελφή τους την Ελένη, να φοράει στο κεφάλι έναν πλατύ πώλο, άκαμπτη, σε στάση αρχαϊκού ειδώλου. Στα χέρια της είναι άραγε κοσμήματα; Ή μήπως είναι μια σπασμένη αλυσίδα; Θλιμμένη ανάμεσα στους δύο άνδρες, ακατάληπτη και ίσως δέσμια, μου στέλνει μέσα από εκείνα τα βάθη των αιώνων χίλια αισθήματα θλίψης, φόβου και επιθυμίας.

Νάτην λοιπόν, μικρή βάρκα, προτού μπει μέσα στη βαθιά θάλασσα…

Αυτή η Ελένη, κλεισμένη μέσα στο ασιατικό της περίβλημα, είναι το άνθος της μανόλιας που είναι ακόμα κλειστό και πρέπει, την επόμενη αυγή, να ανοίξει και να μεταμορφωθεί. Όμως αυτή η τραχιά Ελένη του μουσείου περιέχει καλύτερα τα χρώματα και τα αρώματα ενός θαυμαστού ροδόδενδρου. Από τα τείχη της Τροίας έχει δει τις μάχες, των οποίων αποτελούσε το έπαθλο. Τι σιωπή! Τι απόμακρο βλέμμα! Οι κορφές του Ταΰγετου και οι πολεμικές του επάλξεις ρίχνουν τη σκιά τους πάνω σ’αυτήν την αρχέγονη Ελένη.

Παρότι αγγίζει παντού τις καρδιές, μη νομίσετε ότι η Τυνδαρίδα ανήκει σε όλα τα τοπία. Είναι γέννημα αυτής της κοιλάδας του Ευρώτα και του Ταΰγετου. Μάταια συνεχίζει, μέσα στους αιώνες, τη μεγάλη της περιπέτεια, ο θρύλος της διατηρεί τη μορφή αυτών των αξέχαστων μοντέλων, και μόνο μέσα σε αυτό το ηρωικό περιβάλλον η ηδυπάθειά της αποκτά όλη της την ισχύ.»

Απόσπασμα από Το ταξίδι της Σπάρτης του Μωρίς Μπαρρές. Γάλλος συγγραφέας, πολύ διάσημος στην εποχή του, ο Μπαρρές ταξίδεψε στη Σπάρτη την Άνοιξη του 1900.

(Maurice Barrès, Le Voyage de Sparte, Παρίσι: 1906)

Πωλ Μπουρζέ, Το φάντασμα της Ελένης

Evelyn de Morgan, Helen, 1898

Το ποίημα αυτό ο Πώλ Μπουρζέ, από τους σημαντικότερους Γάλλους λογοτέχνες της εποχής, το έγραψε όταν επισκέφθηκε τη Σπάρτη, το Μάρτιο του 1893 (δείτε εδώ και το γαλλικό πρωτότυπο).

Ήταν ένα γλυκό πρωί της γλυκιάς ελληνικής Άνοιξης.

Μέσα στον ελαφρύ αέρα κυμάτιζε μια πνοή νιότης,

μεγάλα πορφυρά άνθη γέμιζαν σαν αστέρια τη χλόη,

και γκριζοκόκκινα βουνά έκλειναν τον ορίζοντα

στον οποίο δέσποζαν οι χιονισμένες κορφές του ψηλού Ταΰγετου. Συνέχεια

Ο Σατωμπριάν στον Ευρώτα τον Αύγουστο του 1806

Από το Οδοιπορικό του 1811

(François René de Chateaubriand, Itinéraire de Paris a Jérusalem, et de Jérusalem a Paris: en allant par la Grèce et revenant par l’Egypte, la Barbarie et l’Espagne, Παρίσι: Le Normant, 1811, 1ος τόμος, σ. 71-121.)

Chateaubriand-Eurotas (1851)

«Ο κ. Σατωμπριάν στις όχθες του Ευρώτα», εικονογράφηση από έκδοση του Οδοιπορικού του 1851.

Αφήσαμε το χάνι κατά τις τρεις το απόγευμα και κατά τις πέντε φτάσαμε σε ένα ύψωμα, απ’ όπου αντικρύσαμε τον Ταΰγετο, που τον είχα δει κι από την αντίθετη μεριά, τον Μιστρά, χτισμένον στους πρό­ποδες του και την κοιλάδα της Λακωνίας.

Κατεβήκαμε στην κοιλάδα από μιά σκάλα λαξευμένη στο βράχο, όπως ακριβώς και στό όρος Borée. Είδαμε μια ελαφριά γέφυρα, μονότοξη, που ρι­γμένη πάνω από ένα ποταμάκι ένωνε δυο ψηλούς λόφους. Φτάνοντας στην όχθη του ποταμού περάσαμε από τα ρηχά τα διάφανα νερά του μέσα από ψηλά καλάμια και πανέμορφες ανθισμένες ροδοδάφνες. Το ποτάμι αυτό που το περνούσα έτσι χωρίς να ξέρω τι ήταν, ήταν ό Ευρώτας. Μια ελι­κοειδής κοιλάδα ανοίχτηκε μπροστά μας· περνούσε ανάμεσα σε ομοιόμορφα βουναλάκια, που φαίνονταν σαν τεχνητά βουνά ή σαν τύμβοι. Ακολουθήσαμε αυτά τά στριφογυριστά μονοπάτια και φτάσαμε στο Μιστρά την ώρα που έπεφτε η ήλιος. […] Συνέχεια