Ο Θάνατος του Υάκινθου στις όχθες του Ευρώτα (Jean Broc, 1801)

Jean Broc (3)

Το τοπίο που βλέπουμε σ’αυτόν τον πίνακα είναι ο Ευρώτας και ο Ταΰγετος. Σε πρώτο πλάνο, ο Απόλλωνας έχει αγκαλιάσει τον νεκρό Υάκινθο.

Ο Υάκινθος ήταν ένας πανέμορφος νέος από τις Αμύκλες. Ο θεός Απόλλωνας ήταν ερωτευμένος μαζί του. Μια μέρα που ο Απόλλωνας έριχνε δίσκο, ο θεός-άνεμος Ζέφυρος, επειδή ζήλευε, άλλαξε την κατεύθυνση του δίσκου έτσι ώστε να σκοτώσει τον Υάκινθο. Απαρηγόρητος ο Απόλλωνας έσκαψε ο ίδιος με τα χέρια του τον τάφο του Υακίνθου και έκανε να φυτρώσει από το αίμα του το ομώνυμο λουλούδι.
Προς τιμήν του Υάκινθου οι Λάκωνες τελούσαν τη μεγαλύτερη γιορτή τους, τα Υακίνθια. Και πάνω από τον τάφο του έστησαν το μεγάλο ξόανο του Απόλλωνα και γύρω από αυτό τον περίφημο «Θρόνο» του, το σημαντικότερο μνημείο της αρχαίας Σπάρτης.

The Death of Hyacinthos, by Jean Broc (2)

Ο πίνακας είναι το γνωστότερο έργο του Γάλλου νεοκλασσικιστή ζωγράφου Jean Broc. Ο Broc ήταν κι αυτός (όπως και ο Topino-Lebrun που την ίδια περίπου εποχή ζωγράφισε την Πολιορκία της Λακεδαίμονος από τον Πύρρο) μαθητής του μεγάλου ζωγράφου Νταβίντ. Που κι αυτός τότε ξεκινούσε να ζωγραφίζει ένα άλλο σπαρτιατικό θέμα, τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.

 

 

Advertisements

Η κοιλάδα της Σπάρτης και ο Ταΰγετος: το μεγάλο πανόραμα του Καρλ Ρότμαν (1835-1840)

Sparta-Ebene

1. «Η πεδιάδα της Σπάρτης», 1841, 161.8 x 205.7 εκ.

Sparta-Taygetos1841 300

2. «Η Σπάρτη με τον Ταΰγετο», 1840/1841, 161,9 x 205,8 εκ.

Στη Νέα Πινακοθήκη (Neue Pinakothek) του Μονάχου βρίσκονται δύο μεγάλοι πίνακες(-τοιχογραφίες) που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό ‘πανόραμα’ του τοπίου της Σπάρτης. Είναι ζωγραφισμένοι από τον Καρλ Ρότμαν, έναν από τους γνωστότερους τοπιογράφους των μέσων του 19ου αιώνα, και επίσημο ζωγράφο του βασιλιά της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α΄. Αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη, ή τουλάχιστον την πιο προβεβλημένη στην εποχή της, ζωγραφική απεικόνιση του τοπίου της Σπάρτης. Και ανήκουν σε ένα από τα πιο σημαντικά σύνολα στην ιστορία της τοπιογραφίας: σε μια σειρά τοπίων που μετέφερε το ‘ταξίδι της Ελλάδας’ όχι σε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο, αλλά μέσα σε μια ειδικά σχεδιασμένη πινακοθήκη.

ROTTMANN

August Riedel, Carl Rottmann, 1824

Ο Καρλ Ρότμαν (Carl Rottmann) γεννήθηκε το 1797 και πήρε τα πρώτα του μαθήματα από τον πατέρα του, Friedrich Rottmann, που δίδασκε σχέδιο στο πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης. Το 1821 πήγε στο Μόναχο, κοντά  σε έναν θείο του που υπηρετούσε στην αυλή του Λουδοβίκου, και του οποίου την κόρη Friedericke παντρεύτηκε το 1824. Χάρη σ’αυτόν μπήκε στην βαυαρική αυλή. Ο Λουδοβίκος χρηματοδότησε ένα μεγάλο ταξίδι του στην Ιταλία, και μετά την επιστροφή του του ανέθεσε έναν κύκλο ιταλικών τοπίων για τις –ειδικά σχεδιασμένες από τον Leo von Klenze– στοές του βασιλικού κήπου (Hofgarten) του Μονάχου, και αποτελεί έκφραση όχι μόνο κλασικισμού αλλά και των πολιτικών σχέσεών του με την Ιταλία. Τα τοπία αυτά, φτιαγμένα σε νωπογραφίες, δημιουργούσαν ένα –εμπνευσμένο κυρίως από τον Γκαίτε– ρομαντικό εικαστικό ‘ταξίδι’ στην κλασική χώρα, ενώ αναδείκνυαν την τοπιογραφία σε ένα μνημειακό και ιστορικό είδος ζωγραφικής, κατάλληλο για τοιχογραφία.

Όταν το Σεπτέμβριο του 1833 ολοκληρώθηκε ο ιταλικός κύκλος, ήδη η εγκαθίδρυση της βαυαρικής δυναστείας στην Ελλάδα, με τον -γιο του Λουδοβίκου- Όθωνα, έκανε σχεδόν αυτονόητη τη συνέχεια αυτού του εικονικού Grand Tour στους κήπους του Μονάχου. Τον Αύγουστο του 1834 ο Λουδοβίκος έστειλε τον Ρότμαν στην Ελλάδα με μια πολύ σαφή και καθορισμένη αποστολή, τον σχεδιασμό σπουδών για έναν κύκλο 38 ελληνικών τοπίων που θα κοσμούσαν τους βασιλικούς κήπους, και με καθορισμένο χρόνο παραμονής, δώδεκα μήνες. Συνέχεια

Εικόνες της περιοχής της Σπάρτης του ’30 από την Αθηνά Ταρσούλη

3

Το κείμενο και τα σχέδια από το βιβλίο της ζωγράφου και συγγραφέως Αθηνά Ταρσούλη «Κάστρα και πολιτείες του Μοριά» (1936)  δίνουν μια ζωντανή και νοσταλγική, για μας, εικόνα -αν και κάπως εξειδανικευμένα βουκολική-  της περιοχής της Σπάρτης στο μεσοπόλεμο. Η Ταρσούλη φτάνει στη Σπάρτη από τα νότια, από το δρόμο του Γυθείου:

«Σαν αέρας περνούμε από σύδεντρα τοπία, από χάνια, χωριά και περιβόλια. Το αυτοκίνητο καταπίνει τις κορδέλες του δρόμου, ανεβοκατεβαίνοντας από κορφές σε κοιλάδες, από πλατώματα σε χαράδρες βαθουλές. Κοπάδια τα πετούμενα, ξαφνιάζονται στο πέρασμά μας και παίρνουνε το  φύσημά τους για βοσκοτόπι’αλαργινά, για μακρινές κορφές, γι’ άλλες λαγκάδες. Συνέχεια

Τα «Κορίτσια της Σπάρτης» στις όχθες του Ευρώτα, του Κορό (1868-1870)

Jean-Baptiste-Camille Corot, Jeunes filles de Sparte, 1868-1870. Ελαιογραφία σε καμβά, 42.5 x 74.8 εκ, Brooklyn Museum, Νέα Υόρκη.

Στον πίνακα αυτόν ο Γάλλος ζωγράφος Jean-Baptiste-Camille Corot (1796-1875), ο κορυφαίος τοπιογράφος της εποχής και ηγέτης της λεγόμενης «σχολής της Μπαρμπιζόν», έχει ζωγραφίσει την Emma Dobigny, που ήταν το αγαπημένο του μοντέλο (αλλά και άλλων ζωγράφων όπως ο Εντγκάρ Ντεγκά), ντυμένη με ανατολίτικα ρούχα και ξαπλωμένη πάνω σε δέρμα λεοπάρδαλης, στις όχθες ενός ποταμού. Τρεις άλλες κοπέλες χορεύουν (ή παλεύουν;) δίπλα στο ποτάμι. Προφανώς ο ποταμός είναι ο Ευρώτας, αφού ο Κορό έδωσε στον πίνακα τον τίτλο: «Κορίτσια της Σπάρτης» (Jeunes filles de Sparte).

Ο Κωνσταντίνος Μαλέας ζωγραφίζει τον χιονισμένο Ταΰγετο (1920)

Image

Κ. Μαλέας, «Ταΰγετος», ελαιογραφία σε μουσαμά, 49 x 68 εκ., Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη

Τον Μάρτιο του 1920 ο Κωνσταντίνος Μαλέας κάνει μια μεγάλη ατομική έκθεση του στο Ζάππειο. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν ήταν και μια σειρά τοπίων από την περιοχή της Σπάρτης, σε κάποια από τα οποία φαίνεται πως είχε δώσει τον ομαδικό τίτλο «τα οράματα του Ταϋγέτου». Από τις κριτικές στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής μπορούμε να πάρουμε μια εικόνα για την έκθεση και τον αντίκτυπό της. Από  τις περιγραφές των κριτικών ξέρουμε ότι στην έκθεση εκτέθηκαν ο πιο πάνω «Ταΰγετος» με τις φραγκοσυκιές, καθώς και ο πιο κάτω, με τα κυπαρίσσια σε πρώτο πλάνο.[1] Πιθανώς και το τοπίο της Σπάρτης που έχουμε δει σε άλλη ανάρτηση. Συνέχεια

17 Ιουνίου 1829: τα μέλη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής περνούν τη γέφυρά του Ευρώτα

Image

Prosper Baccuet, «Pont de Eurotas» (Expédition scientifique de Morée – Atlas, 1835, pl. XXVIII).

Το χαρακτικό αυτό, δημοσιευμένο το 1835 στον Άτλαντα της Expédition scientifique de Morée, είναι ζωγραφισμένο από τον Prosper Baccuet (1797-1854), αξιωματικό του στρατού και ζωγράφο που μετείχε στην Επιστημονική Αποστολή του Μοριά έχοντας αναλάβει καθήκοντα τοπιογράφου. Μπορούμε, βέβαια, να συγκρίνουμε αυτή την κάπως άτεχνη ή υπερβολικά ‘ρομαντική’ απεικόνιση του γεφυριού του Κόπανου από τον Baccuet με την πολύ μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα και ακρίβεια του αντίστοιχου έργου του Stackelberg. Η διαδρομή της αποστολής περιγράφεται από τον επικεφαλής της, τον Bory de Saint-Vincent. Στις 17 Ιουνίου του 1829 η ομάδα των Γάλλων, ερχόμενη από την Τριπολιτσά με κατεύθυνση προς το Μυστρά, φτάνει στο Χάνι του Βουρλιά.

Image

Bory de Saint-Vincent

«Aπό αυτό το γραφικό και πράσινο μέρος φάνηκε η πεδιάδα του Μιστρά σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια: κλεινόταν από τις απόκρημνες και σκούρες πλαγιές του Πενταδάκτυλου, οι αγέρωχες κορφές του οποίου δεν είχαν ακόμα βγάλει τις λαμπερές τους κορώνες από πάγους· προσπερνώντας λοιπόν το δροσερό χωριουδάκι των Βουτιάνων, που έμεινε στα αριστερά μας με τις λεύκες του, κατεβήκαμε κατά μήκος ενός χειμάρρου πολύ βαθουλωτού, τα ασβεστολιθικά τοιχώματα του οποίου είναι σκαμμένα σε σπηλιές. Το μονοπάτι είναι αρκετά καλά χαραγμένο, αν και πετρώδες, και σε μερικά σημεία είναι σκαλισμένο σε σκαλιά· είναι ακόμα μια ολόκληρη λεύγα [γύρω στα 4 χλμ] από το Χάνι του Βουρλιά μέχρι τον Ευρώτα, τον οποίο περνάμε από μια πολύ γραφική γέφυρα (εικ. XXVIII), στην οποία μπαίνουμε περνώντας μέσα από ένα σωρό από βράχια που έχουν καταρρεύσει. Στην απέναντι όχθη η γέφυρα ενώνεται με τον δρόμο που έρχεται από το Λεοντάρι, για τον οποίο μίλησα πιο πάνω. Ο ποταμός, που έρχεται από τα βορειοδυτικά, φέρει στο σημείο αυτό το όνομα Καραβάς· το χάνει λίγο πιο κάτω στην πεδιάδα, αφού ενωθεί με τον παραπόταμο που έρχεται από την Αράχοβα, και παίρνει το όνομα Ίρης, και όχι Βασιλοπόταμος, όπως λανθασμένα επιμένουν να λένε οι περιηγητές, αντιγράφονταςς ο ένας τον άλλο, όπως και όλοι οι χάρτες, ως και το δικό μας φύλλο 6, της μεγάλης έκδοσης για το Μοριά, όπου γλίστρησε το λάθος αποδεικνύοντας τι μπορεί να κάνει η δύναμη της συνήθειας.

Κάτω από τη γέφυρα, το ποτάμι είναι βαθύ, στενό και γρήγορο· τα νερά του έχουν επίσης το πιο γλυκό χρώμα. Αιχμάλωτος από τη γέννησή του, ανάμεσα στις βραχώδεις κάθετες όχθες του, στον βάθος μιας στενής κοιλάδας, ανοίγει στη συνέχεια, σαν ένα κανάλι συχνά αρκετά πλατύ, μέσα από πελώριες ροδοδάφνες που μπλέκονται με γιρλάντες αρκουδόβατων. Από τη γέφυρα και μετά αρχίζει και αυτή η αφθονία των Cannevères (Arundo Donax, L.) τα οποία οι ποιητές αναφέρουν ως καλάμια, και οι ωραίες συστάδες των οποίων, που θωπεύονται νωχελικά από τους ανέμους, δικαίως έδωσαν στον ποταμό της Λακωνίας το επίθετο καλλιδόναξ

Bory de Saint-Vincent, Expédition scientifique de Morée. Section de sciences physiques, 1ος τόμος: Relation, Παρίσι 1836.

Image

Εδώ βλέπετε λεπτομέρεια του χάρτη του Μοριά της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής. Ο δρόμος που πήγαινε από την Τριπολιτσά  στο Μυστρά (με κόκκινο χρώμα) περνούσε από το χάνι του Κρεβατά (Khani de Kravata) , το χάνι του Βουρλιά (Khani de Vourlia) και το γεφύρι του Κόπανου (Kopano-Gephyri).

Μπορείτε να δείτε εδώ έναν νεότερο χάρτη, γύρω στο 1900, με τον ίδιο δρόμο και τα χάνια κατά μήκος του.

Επίσης, μπορείτε να δειτε και άλλους χάρτες και απόψεις της περιοχής της Σπάρτης που δημοσίευσε η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

«Τα κορίτσια της Σπάρτης προκαλούν τα αγόρια»: η διαφορετική αρχαία Σπάρτη του Εντγκάρ Ντεγκά

DEGAS Young Spartans

Aυτός o πίνακας που εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου (μπορείτε να κάνετε κλικ πάνω του για να μεγεθυνθεί σε πολύ υψηλή ανάλυση) είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα του μεγάλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Εντγκάρ Ντεγκά. Πρώτον, για το θέμα του, που είναι πολύ διαφορετικό από τα περισσότερα έργα του Ντεγκά, γνωστού κυρίως για τις «χορεύτριές» του, και πολύ περίεργο για έναν ιμπρεσιονιστή. Έπειτα, γιατί ενώ το ξεκίνησε το 1860, το ξαναδούλεψε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, και δεν το εξέθεσε ποτέ όσο ζούσε, ούτε το πούλησε, αλλά το κρατούσε στο διαμέρισμά του. Ο φίλος του ο Daniel Halévy, αναφέρει ότι «ο Ντεγκά, στα τελευταία χρόνια του, αισθανόταν πολύ δεμένος με αυτό το έργο· το είχε τοποθετήσει σε περίοπτη θέση πάνω σε ένα καβαλέτο, μπροστά στο οποίο του άρεσε να στέκεται – τιμή μοναδική, και σημάδι προτίμησης». Ο Ντεγκά είχε αποφασίσει να το εκθέσει στην Πέμπτη Εκθεση των Ιμπρεσιονιστών, τον Απρίλιο του 1880. Στον κατάλογο της έκθεσης υπάρχει ο τίτλος του: «Petites filles Spartiates provoquant des garçons (1860)». Τελικά όμως δεν εκτέθηκε. Έτσι έχουμε όμως τον τίτλο που ο ίδιος ήθελε να του βάλει, καθώς και την χρονολογία που φαίνεται ότι το ξεκίνησε. Συνέχεια