Ο Θάνατος του Υάκινθου στις όχθες του Ευρώτα (Jean Broc, 1801)

Jean Broc (3)

Το τοπίο που βλέπουμε σ’αυτόν τον πίνακα είναι ο Ευρώτας και ο Ταΰγετος. Σε πρώτο πλάνο, ο Απόλλωνας έχει αγκαλιάσει τον νεκρό Υάκινθο.

Ο Υάκινθος ήταν ένας πανέμορφος νέος από τις Αμύκλες. Ο θεός Απόλλωνας ήταν ερωτευμένος μαζί του. Μια μέρα που ο Απόλλωνας έριχνε δίσκο, ο θεός-άνεμος Ζέφυρος, επειδή ζήλευε, άλλαξε την κατεύθυνση του δίσκου έτσι ώστε να σκοτώσει τον Υάκινθο. Απαρηγόρητος ο Απόλλωνας έσκαψε ο ίδιος με τα χέρια του τον τάφο του Υακίνθου και έκανε να φυτρώσει από το αίμα του το ομώνυμο λουλούδι.
Προς τιμήν του Υάκινθου οι Λάκωνες τελούσαν τη μεγαλύτερη γιορτή τους, τα Υακίνθια. Και πάνω από τον τάφο του έστησαν το μεγάλο ξόανο του Απόλλωνα και γύρω από αυτό τον περίφημο «Θρόνο» του, το σημαντικότερο μνημείο της αρχαίας Σπάρτης.

The Death of Hyacinthos, by Jean Broc (2)

Ο πίνακας είναι το γνωστότερο έργο του Γάλλου νεοκλασσικιστή ζωγράφου Jean Broc. Ο Broc ήταν κι αυτός (όπως και ο Topino-Lebrun που την ίδια περίπου εποχή ζωγράφισε την Πολιορκία της Λακεδαίμονος από τον Πύρρο) μαθητής του μεγάλου ζωγράφου Νταβίντ. Που κι αυτός τότε ξεκινούσε να ζωγραφίζει ένα άλλο σπαρτιατικό θέμα, τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες.

 

 

Η κοιλάδα της Σπάρτης και ο Ταΰγετος: το μεγάλο πανόραμα του Καρλ Ρότμαν (1835-1840)

Sparta-Ebene

1. «Η πεδιάδα της Σπάρτης», 1841, 161.8 x 205.7 εκ.

Sparta-Taygetos1841 300

2. «Η Σπάρτη με τον Ταΰγετο», 1840/1841, 161,9 x 205,8 εκ.

Στη Νέα Πινακοθήκη (Neue Pinakothek) του Μονάχου βρίσκονται δύο μεγάλοι πίνακες(-τοιχογραφίες) που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό ‘πανόραμα’ του τοπίου της Σπάρτης. Είναι ζωγραφισμένοι από τον Καρλ Ρότμαν, έναν από τους γνωστότερους τοπιογράφους των μέσων του 19ου αιώνα, και επίσημο ζωγράφο του βασιλιά της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α΄. Αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη, ή τουλάχιστον την πιο προβεβλημένη στην εποχή της, ζωγραφική απεικόνιση του τοπίου της Σπάρτης. Και ανήκουν σε ένα από τα πιο σημαντικά σύνολα στην ιστορία της τοπιογραφίας: σε μια σειρά τοπίων που μετέφερε το ‘ταξίδι της Ελλάδας’ όχι σε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο, αλλά μέσα σε μια ειδικά σχεδιασμένη πινακοθήκη.

ROTTMANN

August Riedel, Carl Rottmann, 1824

Ο Καρλ Ρότμαν (Carl Rottmann) γεννήθηκε το 1797 και πήρε τα πρώτα του μαθήματα από τον πατέρα του, Friedrich Rottmann, που δίδασκε σχέδιο στο πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης. Το 1821 πήγε στο Μόναχο, κοντά  σε έναν θείο του που υπηρετούσε στην αυλή του Λουδοβίκου, και του οποίου την κόρη Friedericke παντρεύτηκε το 1824. Χάρη σ’αυτόν μπήκε στην βαυαρική αυλή. Ο Λουδοβίκος χρηματοδότησε ένα μεγάλο ταξίδι του στην Ιταλία, και μετά την επιστροφή του του ανέθεσε έναν κύκλο ιταλικών τοπίων για τις –ειδικά σχεδιασμένες από τον Leo von Klenze– στοές του βασιλικού κήπου (Hofgarten) του Μονάχου, και αποτελεί έκφραση όχι μόνο κλασικισμού αλλά και των πολιτικών σχέσεών του με την Ιταλία. Τα τοπία αυτά, φτιαγμένα σε νωπογραφίες, δημιουργούσαν ένα –εμπνευσμένο κυρίως από τον Γκαίτε– ρομαντικό εικαστικό ‘ταξίδι’ στην κλασική χώρα, ενώ αναδείκνυαν την τοπιογραφία σε ένα μνημειακό και ιστορικό είδος ζωγραφικής, κατάλληλο για τοιχογραφία.

Όταν το Σεπτέμβριο του 1833 ολοκληρώθηκε ο ιταλικός κύκλος, ήδη η εγκαθίδρυση της βαυαρικής δυναστείας στην Ελλάδα, με τον -γιο του Λουδοβίκου- Όθωνα, έκανε σχεδόν αυτονόητη τη συνέχεια αυτού του εικονικού Grand Tour στους κήπους του Μονάχου. Τον Αύγουστο του 1834 ο Λουδοβίκος έστειλε τον Ρότμαν στην Ελλάδα με μια πολύ σαφή και καθορισμένη αποστολή, τον σχεδιασμό σπουδών για έναν κύκλο 38 ελληνικών τοπίων που θα κοσμούσαν τους βασιλικούς κήπους, και με καθορισμένο χρόνο παραμονής, δώδεκα μήνες. Συνέχεια

Εικόνες της περιοχής της Σπάρτης του ’30 από την Αθηνά Ταρσούλη

3

Το κείμενο και τα σχέδια από το βιβλίο της ζωγράφου και συγγραφέως Αθηνά Ταρσούλη «Κάστρα και πολιτείες του Μοριά» (1936)  δίνουν μια ζωντανή και νοσταλγική, για μας, εικόνα -αν και κάπως εξειδανικευμένα βουκολική-  της περιοχής της Σπάρτης στο μεσοπόλεμο. Η Ταρσούλη φτάνει στη Σπάρτη από τα νότια, από το δρόμο του Γυθείου:

«Σαν αέρας περνούμε από σύδεντρα τοπία, από χάνια, χωριά και περιβόλια. Το αυτοκίνητο καταπίνει τις κορδέλες του δρόμου, ανεβοκατεβαίνοντας από κορφές σε κοιλάδες, από πλατώματα σε χαράδρες βαθουλές. Κοπάδια τα πετούμενα, ξαφνιάζονται στο πέρασμά μας και παίρνουνε το  φύσημά τους για βοσκοτόπι’αλαργινά, για μακρινές κορφές, γι’ άλλες λαγκάδες. Συνέχεια

Τα «Κορίτσια της Σπάρτης» στις όχθες του Ευρώτα, του Κορό (1868-1870)

Jean-Baptiste-Camille Corot, Jeunes filles de Sparte, 1868-1870. Ελαιογραφία σε καμβά, 42.5 x 74.8 εκ, Brooklyn Museum, Νέα Υόρκη.

Στον πίνακα αυτόν ο Γάλλος ζωγράφος Jean-Baptiste-Camille Corot (1796-1875), ο κορυφαίος τοπιογράφος της εποχής και ηγέτης της λεγόμενης «σχολής της Μπαρμπιζόν», έχει ζωγραφίσει την Emma Dobigny, που ήταν το αγαπημένο του μοντέλο (αλλά και άλλων ζωγράφων όπως ο Εντγκάρ Ντεγκά), ντυμένη με ανατολίτικα ρούχα και ξαπλωμένη πάνω σε δέρμα λεοπάρδαλης, στις όχθες ενός ποταμού. Τρεις άλλες κοπέλες χορεύουν (ή παλεύουν;) δίπλα στο ποτάμι. Προφανώς ο ποταμός είναι ο Ευρώτας, αφού ο Κορό έδωσε στον πίνακα τον τίτλο: «Κορίτσια της Σπάρτης» (Jeunes filles de Sparte).

Ο Κωνσταντίνος Μαλέας ζωγραφίζει τον χιονισμένο Ταΰγετο (1920)

Image

Κ. Μαλέας, «Ταΰγετος», ελαιογραφία σε μουσαμά, 49 x 68 εκ., Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη

Τον Μάρτιο του 1920 ο Κωνσταντίνος Μαλέας κάνει μια μεγάλη ατομική έκθεση του στο Ζάππειο. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν ήταν και μια σειρά τοπίων από την περιοχή της Σπάρτης, σε κάποια από τα οποία φαίνεται πως είχε δώσει τον ομαδικό τίτλο «τα οράματα του Ταϋγέτου». Από τις κριτικές στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής μπορούμε να πάρουμε μια εικόνα για την έκθεση και τον αντίκτυπό της. Από  τις περιγραφές των κριτικών ξέρουμε ότι στην έκθεση εκτέθηκαν ο πιο πάνω «Ταΰγετος» με τις φραγκοσυκιές, καθώς και ο πιο κάτω, με τα κυπαρίσσια σε πρώτο πλάνο.[1] Πιθανώς και το τοπίο της Σπάρτης που έχουμε δει σε άλλη ανάρτηση. Συνέχεια

17 Ιουνίου 1829: τα μέλη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής περνούν τη γέφυρά του Ευρώτα

Image

Prosper Baccuet, «Pont de Eurotas» (Expédition scientifique de Morée – Atlas, 1835, pl. XXVIII).

Το χαρακτικό αυτό, δημοσιευμένο το 1835 στον Άτλαντα της Expédition scientifique de Morée, είναι ζωγραφισμένο από τον Prosper Baccuet (1797-1854), αξιωματικό του στρατού και ζωγράφο που μετείχε στην Επιστημονική Αποστολή του Μοριά έχοντας αναλάβει καθήκοντα τοπιογράφου. Μπορούμε, βέβαια, να συγκρίνουμε αυτή την κάπως άτεχνη ή υπερβολικά ‘ρομαντική’ απεικόνιση του γεφυριού του Κόπανου από τον Baccuet με την πολύ μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα και ακρίβεια του αντίστοιχου έργου του Stackelberg. Η διαδρομή της αποστολής περιγράφεται από τον επικεφαλής της, τον Bory de Saint-Vincent. Στις 17 Ιουνίου του 1829 η ομάδα των Γάλλων, ερχόμενη από την Τριπολιτσά με κατεύθυνση προς το Μυστρά, φτάνει στο Χάνι του Βουρλιά.

Image

Bory de Saint-Vincent

«Aπό αυτό το γραφικό και πράσινο μέρος φάνηκε η πεδιάδα του Μιστρά σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια: κλεινόταν από τις απόκρημνες και σκούρες πλαγιές του Πενταδάκτυλου, οι αγέρωχες κορφές του οποίου δεν είχαν ακόμα βγάλει τις λαμπερές τους κορώνες από πάγους· προσπερνώντας λοιπόν το δροσερό χωριουδάκι των Βουτιάνων, που έμεινε στα αριστερά μας με τις λεύκες του, κατεβήκαμε κατά μήκος ενός χειμάρρου πολύ βαθουλωτού, τα ασβεστολιθικά τοιχώματα του οποίου είναι σκαμμένα σε σπηλιές. Το μονοπάτι είναι αρκετά καλά χαραγμένο, αν και πετρώδες, και σε μερικά σημεία είναι σκαλισμένο σε σκαλιά· είναι ακόμα μια ολόκληρη λεύγα [γύρω στα 4 χλμ] από το Χάνι του Βουρλιά μέχρι τον Ευρώτα, τον οποίο περνάμε από μια πολύ γραφική γέφυρα (εικ. XXVIII), στην οποία μπαίνουμε περνώντας μέσα από ένα σωρό από βράχια που έχουν καταρρεύσει. Στην απέναντι όχθη η γέφυρα ενώνεται με τον δρόμο που έρχεται από το Λεοντάρι, για τον οποίο μίλησα πιο πάνω. Ο ποταμός, που έρχεται από τα βορειοδυτικά, φέρει στο σημείο αυτό το όνομα Καραβάς· το χάνει λίγο πιο κάτω στην πεδιάδα, αφού ενωθεί με τον παραπόταμο που έρχεται από την Αράχοβα, και παίρνει το όνομα Ίρης, και όχι Βασιλοπόταμος, όπως λανθασμένα επιμένουν να λένε οι περιηγητές, αντιγράφονταςς ο ένας τον άλλο, όπως και όλοι οι χάρτες, ως και το δικό μας φύλλο 6, της μεγάλης έκδοσης για το Μοριά, όπου γλίστρησε το λάθος αποδεικνύοντας τι μπορεί να κάνει η δύναμη της συνήθειας.

Κάτω από τη γέφυρα, το ποτάμι είναι βαθύ, στενό και γρήγορο· τα νερά του έχουν επίσης το πιο γλυκό χρώμα. Αιχμάλωτος από τη γέννησή του, ανάμεσα στις βραχώδεις κάθετες όχθες του, στον βάθος μιας στενής κοιλάδας, ανοίγει στη συνέχεια, σαν ένα κανάλι συχνά αρκετά πλατύ, μέσα από πελώριες ροδοδάφνες που μπλέκονται με γιρλάντες αρκουδόβατων. Από τη γέφυρα και μετά αρχίζει και αυτή η αφθονία των Cannevères (Arundo Donax, L.) τα οποία οι ποιητές αναφέρουν ως καλάμια, και οι ωραίες συστάδες των οποίων, που θωπεύονται νωχελικά από τους ανέμους, δικαίως έδωσαν στον ποταμό της Λακωνίας το επίθετο καλλιδόναξ

Bory de Saint-Vincent, Expédition scientifique de Morée. Section de sciences physiques, 1ος τόμος: Relation, Παρίσι 1836.

Image

Εδώ βλέπετε λεπτομέρεια του χάρτη του Μοριά της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής. Ο δρόμος που πήγαινε από την Τριπολιτσά  στο Μυστρά (με κόκκινο χρώμα) περνούσε από το χάνι του Κρεβατά (Khani de Kravata) , το χάνι του Βουρλιά (Khani de Vourlia) και το γεφύρι του Κόπανου (Kopano-Gephyri).

Μπορείτε να δείτε εδώ έναν νεότερο χάρτη, γύρω στο 1900, με τον ίδιο δρόμο και τα χάνια κατά μήκος του.

Επίσης, μπορείτε να δειτε και άλλους χάρτες και απόψεις της περιοχής της Σπάρτης που δημοσίευσε η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

«Τα κορίτσια της Σπάρτης προκαλούν τα αγόρια»: η διαφορετική αρχαία Σπάρτη του Εντγκάρ Ντεγκά

DEGAS Young Spartans

Aυτός o πίνακας που εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου (μπορείτε να κάνετε κλικ πάνω του για να μεγεθυνθεί σε πολύ υψηλή ανάλυση) είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα του μεγάλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Εντγκάρ Ντεγκά. Πρώτον, για το θέμα του, που είναι πολύ διαφορετικό από τα περισσότερα έργα του Ντεγκά, γνωστού κυρίως για τις «χορεύτριές» του, και πολύ περίεργο για έναν ιμπρεσιονιστή. Έπειτα, γιατί ενώ το ξεκίνησε το 1860, το ξαναδούλεψε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, και δεν το εξέθεσε ποτέ όσο ζούσε, ούτε το πούλησε, αλλά το κρατούσε στο διαμέρισμά του. Ο φίλος του ο Daniel Halévy, αναφέρει ότι «ο Ντεγκά, στα τελευταία χρόνια του, αισθανόταν πολύ δεμένος με αυτό το έργο· το είχε τοποθετήσει σε περίοπτη θέση πάνω σε ένα καβαλέτο, μπροστά στο οποίο του άρεσε να στέκεται – τιμή μοναδική, και σημάδι προτίμησης». Ο Ντεγκά είχε αποφασίσει να το εκθέσει στην Πέμπτη Εκθεση των Ιμπρεσιονιστών, τον Απρίλιο του 1880. Στον κατάλογο της έκθεσης υπάρχει ο τίτλος του: «Petites filles Spartiates provoquant des garçons (1860)». Τελικά όμως δεν εκτέθηκε. Έτσι έχουμε όμως τον τίτλο που ο ίδιος ήθελε να του βάλει, καθώς και την χρονολογία που φαίνεται ότι το ξεκίνησε. Συνέχεια

Dominique Papety: Πανόραμα του Ευρώτα δίπλα στη Σπάρτη, 1846 (Μουσείο του Λούβρου)

Image

Η απεικόνιση ενός τοπίου που, 170 χρόνια μετά, περιμένει την καταστροφή του.

Τα σχέδια αυτά, που συνθέτουν ένα μεγάλο πανόραμα του τοπίου της Σπάρτης, ζωγραφίστηκαν τον Ιούνιο του 1846 από τον Γάλλο ζωγράφο Dominique Papety. Ο Dominique Papety (1815-1849) ήταν ένα από τα ταλέντα της σχολής του νεοκλασικισμού. Το 1846 ταξίδεψε στην Ελλάδα μαζί με τον φίλο του, ομοϊδεάτη (ήταν και οι δύο οπαδοί του ουτοπικού σοσιαλισμού του Φουριέ) και μαικήνα των τεχνών François Sabatier. Από την Ελλάδα ο Papety έφερε ένα μεγάλο σύνολο σχεδίων, τα οποία, όταν λίγο αργότερα πέθανε –σε ηλικία μόλις 34 ετών-, έμειναν στον Sabatier, ο οποίος και τα κληροδότησε στο Λούβρο.

Image

Image

Image

Image

Ανάμεσα σε αυτά τα σχέδια ξεχωρίζει το πανόραμα της Σπάρτης. Το τοπίο της έκανε ξεχωριστή εντύπωση στον Papety και τον Sabatier, τόσο για αισθητικούς όσο και για ιστορικούς και ιδεολογικούς λόγους, μια που ο μύθος της ‘Σπάρτης’ ήταν συνδεδεμένος με τις επαναστατικές και ουτοπιστικές ιδέες.

Ο Papety χρησιμοποίησε λίγες μόνο αποχρώσεις του γκρίζου και του πράσινου (μολύβι, ακουαρέλα και λευκό γκουάς πάνω σε πράσινο χαρτί) και ελάχιστο κόκκινο χρώμα, για να τονίσει τις ανθισμένες ροδοδάφνες.

Ζωγράφισε καθισμένος στις όχθες του Ευρώτα. Στο δεύτερο σχέδιο διακρίνονται τα –πολύ λίγα τότε– άσπρα σπίτια της καινούργιας πόλης της Σπάρτης. Στο κάτω μέρος των σχεδίων ο ζωγράφος σημειώνει ονόματα των επιμέρους στοιχείων του τοπίου όπως: «ο Ευρώτας», «ο Ταΰγετος», «η νέα Σπάρτη», «η οροσειρά του Μενελάιου», «ο Πλατανιστάς», και την ημερομηνία: «Σπάρτη, 12 Ιουνίου 1846».

Το τοπίο αυτό που απεικονίζεται στα σχέδια του Papety, δηλαδή η πλατιά κοίτη και οι όχθες του Ευρώτα στο ύψος Σπάρτης, είχε μέχρι σήμερα καταφέρει να διατηρήσει –παρά τα διάφορα προβλήματα- σε έναν μεγάλο βαθμό την ομορφιά του.

Σήμερα όμως, κινδυνεύει άμεσα με την πιο βάρβαρη καταστροφή, καθώς σε αυτό ακριβώς το σημείο που ζωγράφισε ο Papety ετοιμάζονται να φτιάξουν μια τσιμεντένια γέφυρα μήκους 185 μέτρων και ένα πελώριο τείχος από τσιμέντο, άσφαλτο και μπάζα που, θα κόψει την κοιλάδα στα δύο.

Alfred de Curzon «Άποψη του Ευρώτα στην κοιλάδα της Σπάρτης», Μάιος 1852

Image

Αυτό το σχέδιο, μια από τις πιο ωραίες αυθεντικές απεικονίσεις του Ευρώτα, είναι σχεδόν άγνωστο καθώς αυτή είναι –πιστεύω– η πρώτη φορά που δημοσιεύεται, μετά την δημοσίευσή του το 1854 σε ένα επιστημονικό περιοδικό. Το ζωγράφισε ο Alfred de Curzon, ο οποίος ταξίδεψε στη Σπάρτη τον Μάιο του 1852 μαζί με δύο φίλους του, τον αρχιτέκτονα Σαρλ Γκαρνιέ (Charles Garnier) και τον συγγραφέα Εντμόν Αμπού, την περιγραφή του οποίου έχουμε ήδη δει. Το τοπίο της κοιλάδας του Ευρώτα τους γοήτευσε και, όπως γράφει ο Αμπού «οι δυο καλλιτέχνες πού ταξίδευαν μαζί μου και πού κάθε μέρα κατηγορούσαν την Ελλάδα ότι δεν διαθέτει πρώτα πλάνα, της τα συγχώρησαν όλα χάρη στον Ευρώτα και στη Λακωνία.»

Image

Πιο γνωστό είναι ένα άλλο ωραίο τοπίο που ζωγράφισε ο Curzon στη Σπάρτη, και εικονίζει τον «Ταΰγετο όπως φαίνεται από το θέατρο της Σπάρτης», γιατί το δημοσίευσε ο σπουδαίος γεωγράφος και αναρχικός Ελιζέ Ρεκλύ (Elisée Reclus) στον πρώτο τόμο της μεγάλης Γεωγραφίας του (Nouvelle Géographie universelle, la terre et les hommes, vol. 1 Παρίσι, 1876, σ. 93.), μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις του 19ου αιώνα.

Image

Στον ίδιο τόμο ο Ρεκλύ δημοσίευσε και ένα άλλο ενδιαφέρον σχέδιο του Curzon με τίτλο: «Μανιάτες και κάτοικοι της Σπάρτης».

Ο Alfred de Curzon (1820-1895) κέρδισε μια σχετική αναγνώριση, ζωγραφίζοντας τοπία, αλληγορίες, μυθολογικές και ιστορικές σκηνές, ενώ έκανε και τα σχέδια για τα ψηφιδωτά του φουαγιέ της περίφημης Όπερας του Παρισιού (του («Παλαί Γκαρνιέ») που έχτισε ο φίλος του, και συνταξιδιώτης του στη Σπάρτη, Σαρλ Γκαρνιέ, με αρχαιοελληνικά θέματα και επιγραφές, όπως αυτό εδώ με τον Κέφαλο και την Ηώ.

Image
Υπάρχουν και άλλα σχέδια και πίνακες του Curzon για την περιοχή της Σπάρτης, όπως  η πιο κάτω ακουαρέλα που εικονίζει το μοναστήρι της Περιβλέπτου στο Μιστρά, δημοσιευμένη σε έναν τόμο μετά τον θάνατό του.

Image

Οι «μαγευτικές όχθες» του Ευρώτα, όπως τις είδε και τις ζωγράφισε το 1817 ο Didot

Image

Το σχέδιο αυτό που εικονίζει τις όχθες του Ευρώτα, γεμάτες καλάμια, λεύκες και ροδοδάφνες, με τον Ταΰγετο στο βάθος, δημοσιευμένο το 1835 στο βιβλίο του Πουκεβίλ, Ελλάδα (Pouqueville, Grèce, Παρίσι: F. Didot frères, 1835), το ζωγράφισε το 1817 ο Ambroise-Firmin Didot. Ο Ambroise-Firmin ήταν γιος του Γάλλου εκδότη Firmin Didot, τον οποίον διαδέχθηκε μαζί με τον αδελφό του το 1827 στη διεύθυνση αυτού του περίφημου εκδοτικού οίκου. Υπήρξε μαθητής και γραμματέας του Κοραή στο Παρίσι, το 1816 βρέθηκε στην Κων/λη ως attaché στη γαλλική πρεσβεία και στις αρχές του 1817 στην ελληνική σχολή των Κυδωνιών (Αιβαλί). Φαίνεται πώς από εκεί έκανε, μαζί με άλλα μέλη της σχολής, το ταξίδι στην Πελοπόννησο.

Ο Ambroise-Firmin Didot (το όνομα του οποίου φέρει η οδός Διδότου στην Αθήνα, όπου βρίσκεται και η Γαλλική Σχολή Αθηνών) έγραψε και μία αφήγηση αυτού του ταξιδιού του στη Σπάρτη, την οποία δημοσίευσε, και πάλι, ο Πουκεβίλ στον πέμπτο τόμο του βιβλίου του Ταξίδι στην Ελλάδα (Pouqueville, Voyage dans la Grèce, 5 τόμοι, Παρίσι: Firmin Didot, 1820-1821), επειδή ο ίδιος ο Πουκεβίλ δεν ταξίδεψε καθόλου στη Λακωνία. Παραθέτω ένα κομμάτι της, όπου ο Didot  αναφέρεται καθώς φαίνεται και στην τοποθεσία του Ευρώτα που ζωγράφισε:

«Ο δίσκος της σελήνης χρύσιζε με τις ακτίνες του τις άκρες ενός διχτυού από λευκά σύννεφα που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τις κορυφές του Ταΰγετου και το πρώτο φως του ήλιου μας αποκάλυψε τις πανέμορφες γραμμές του που άρχιζαν να ζωγραφίζονται με κοκκινωπά χρώματα. Ατενίζοντας το μεγαλείο αυτού του θεάματος, φτάσαμε στο γεφύρι πάνω από το οποίο περνάει κανείς τον Ευρώτα. Ο Βασιλοπόταμος, όπως τον λένε οι σύγχρονοι, κάλυπτε τότε με τα νερά του όλο το πλάτος της κοίτης. Σε λίγο τα διάφανα νερά του, αλλά κι ολόκληρη η κοιλάδα της Λακεδαίμονος βάφτηκαν από το φως του άστρου της ημέρας που λαμπύριζε πάνω από τον κάμπο. Ξεπέζεψα από το άλογο μου για να σχεδιάσω το τοπίο που προσφερόταν στο βλέμμα μου. Όλα με γοήτευαν, λαγκάδια, δάση, πλαγιές, βουνά, και ακολουθούσα πεζός τη δεξιά όχθη του ποταμού, που στολίζεται πάντοτε από τα πανύψηλα καλάμια του και τις ροδο­δάφνες του, και δεν λείπουνε παρά οι ερωτευμένοι κύκνοι για να συμπληρώσουν τις εικόνες των ποιητών γι’ αυτές τις μαγευτικές όχθες. Μια βα­θιά γαλήνη, το ευωδιαστό πρωινό αεράκι, το βουητό των καταρρακτών του βασιλικού ποταμού, έκαναν απολαυστικό τον περίπατο μου. Βρισκόμουν σε κατάσταση έκστασης. […]

Φτάνοντας στο χωριό Μαγούλα, μερικές Λακεδαιμόνιες γυναίκες μας έγνευσαν να μπούμε στα μποστάνια που αρδεύονται από τα νερά του ποταμού Τίασα. Η όψη της περιοχής μ’έκανε να υποθέσω ότι πατούσαμε στον Πλατανιστά, εκεί όπου οι κόρες της Σπάρτης, στεφανωμένες με υάκινθους, τραγουδώντας, μέσα στους σεμνούς χορούς τους, τον επιθαλάμιο της Ελένης και του Μενελάου. Οι όχθες του Ευρώτα που αντηχούσαν από τα τραγούδια ενός υμέναιου, τόσο ιερά σφραγισμένου και τόσο μοιραίου για τους Έλληνες, έφερναν στο νου την τοποθεσία της σκηνής που μας περιγράφει ο Θεόκριτος. […] με περικύκλωναν αμέτρητες κληματαριές που σμίγανε τα κλαδιά τους με τις μουριές, τις λεμονιές και τις ροδιές, που έμπλεκαν τους πορφυρούς και χρυσαφένιους καρ­πούς τους, σχηματίζοντας αψίδες από λουλούδια και φυλλώματα. Άπλωσα την κάπα μου κάτω από το φύλλωμα μιας πορ­τοκαλιάς εντυπωσιακού μεγέθους, κι αφού ξεκουράστηκα μερικές στιγμές, κατηύθυνα τα βήματά μου προς τον τόπο όπου βρισκόταν κάποτε η Σπάρτη, που ο Σιμωνίδης ονομάζει δαμάστρα ανθρώπων [δαμασίμβροτον