Ο Αλμπέρ Καμύ για το πέρασμά του από τη Σπάρτη το 1955

the-famous-pose-of-albert-camus1

Ο φιλόσοφος και συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου του 1913 στην, γαλλική τότε, Αλγερία. Την Άνοιξη του 1955 έκανε ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Στα Τετράδιά του περιγράφει και την διαδρομή του από το Ναύπλιο στη Σπάρτη :

BON 1932 Pantanassa

φωτογραφία του Antoine Bon

«Πρωινή αναχώρηση για τη Σπάρτη, κάτω από έναν φοβερό ήλιο. Πλατιές κοιλάδες, κάθε μια ένα βασίλειο από ελιές και υπερήφανα κυπαρίσσια, άγονα βουνά, αραιά και που ένα χωριό, η Ελλάδα εδώ είναι έρημη. Μόνο τα πρόβατα, βαμμένα ροζ, πράσινα και κόκκινα, την διασχίζουν. Μέσα στην πεδιάδα του Ευρώτα, η Σπάρτη κάτω από τον χιονισμένο Ταΰγετο απλώνει τους πορτοκαλεώνες της, το δυνατό άρωμα των οποίων δεν μας αφήνει πια. Στον ερειπωμένο Μυστρά πτήσεις από περιστέρια. Ένα γαλήνιο μοναστήρι με ασβεστωμένους τοίχους, ανοίγει στην πελώρια πεδιάδα της Λακωνίας, όπου οι ελιές, ωραία στρογγυλεμένες, ξεχωρίζοντας η μία απ’την άλλη, ριγούν κάτω από έναν αδυσώπητο ήλιο.»

Πώς ο γεωγράφος Άλφρεντ Φίλιπσον αναπολούσε την κοιλάδα της Σπάρτης μέσα στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης

Ο Άλφρεντ Φίλιπσον (Alfred Philippson, 1864-1953) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους γεωγράφους και σίγουρα ο σημαντικότερος γεωγράφος της εποχής του που ασχολήθηκε με τη Μεσόγειο, τον ελληνικό χώρο, και ειδικότερα με τη Πελοπόννησο. Γεννήθηκε στη Βόννη και ήταν γιος του ραβίνου Ludwig Philippson, ο οποίος το 1837 είχε ιδρύσει την Allgemeine Zeitung des Judentums, μια από τις σημαντικότερες εφημερίδες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Εβραίων της Γερμανίας. Το 1886 πήρε το διδακτορικό του, το 1887 άρχισε τις μελέτες του στην Ελλάδα και το 1891 πήρε την υφηγεσία με τη διατριβή του για την Πελοπόννησο: Alfred Philippson, Der Peloponnes: Versuch einer Landeskunde auf geologischer Grundlage, Βερολίνο: R. Friedländer, 1892. Ο τίτλος της διατριβής του (Πελοπόννησος, απόπειρα μιας περιφερειακής μελέτης πάνω σε γεωλογική βάση) ήθελε, όπως γράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, να υπογραμμίσει ότι ακολουθούσε την μέθοδο του δασκάλου, του Ferdinand von Richthofen, πατέρα της γεωμορφολογίας, σύμφωνα με την οποία «η μελέτη της χώρας βασίζεται στη γεωλογία, το ίδιο όπως και στη φύση όλα τα γνωρίσματα της επιφάνειας της γης εξαρτώνται λίγο-πολύ από τους βράχους και τη γεωλογική δομή». Ο Richthofen τον είχε συμβουλεύσει να επιλέξει ως θέμα για την επί υφηγεσία διατριβή του την Πελοπόννησο, «μια περιοχή σχετικά μικρή, καλά οριοθετημένη και με υψηλότατο γεωλογικό, γεωγραφικό και ιστορικό ενδιαφέρον, η οποία είχε  δεν είχε μελετηθεί παρά ατελώς και με ξεπερασμένες μεθόδους και απόψεις από την Expédition de la Morée στη δεκαετία του 1830.»

(Μπορείτε να δείτε εδώ τους γεωλογικούς χάρτες της Πελοποννήσου που δημοσιεύτηκαν στη διατριβή)

Image

Γεωλογικός χάρτης της Λακωνίας από τη διατριβή του Φίλιπσον για την Πελοπόννησο (1892)

Image

«Προφίλ» της Πελοποννήσου, από τη Μεθώνη ως την κοιλάδα της Σπάρτης από τη διατριβή του Φίλιπσον (1892)

Συνέχεια

Η Σπάρτη το 1882, όπως την περιγράφει ο Μιχαήλ Μητσάκης

Image

Το άρθρο αυτό που δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό περιοδικό Μη χάνεσαι του Βλάση Γαβριηλίδη τον Σεπτέμβριο του 1882, το υπογράφει ο ‘Michélet’, «ειδικός ανταποκριτής» του περιοδικού. Πρόκειται για ένα από τα πολλά ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο Μιχαήλ Μητσάκης, ένας από τους πιο σημαντικούς και πρωτότυπους -αλλά και πιο παραγνωρισμένους- λογοτέχνες στα τέλη του 19ου αιώνα.

ImageΟ Μητσάκης είχε γεννηθεί γύρω στα 1863 στα Μέγαρα, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, αλλά καταγόταν από τη Σπάρτη (η μητέρα του, Μαριγώ, ήταν κόρη του Παναγιώτη Γιατράκου). Στη Σπάρτη έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το γυμνάσιο. Σαν μαθητής εξέδιδε μια χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο Ταΰγετος. Το 1880 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να φοιτήσει στην Νομική Σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του και επιδόθηκε στη δημοσιογραφία. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τις «ανταποκρίσεις» όπου μιλάει για τη Σπάρτη και την γύρω περιοχή τις έγραφε στις καλοκαιρινές του διακοπές. Σε αυτά τα άρθρα ο Μητσάκης δεν εξωραΐζει διόλου την κατάσταση της πατρίδας του. Μιλάει για την επιδημία της ευλογιάς που σκορπούσε το θάνατο στα χωριά ενώ οι αρχές αδιαφορούσαν, για την άθλια κατάσταση των φυλακών και των φυλακισμένων, για τη μαζική μετανάστευση. Έτσι και στο παραπάνω άρθρο τονίζει την εικόνα της υποτονικής ζωής μιας ‘μικρομέγαλης’ πόλης. Ταυτόχρονα όμως εκθείαζει με ρομαντική γλώσσα το τοπίο της: τον Ευρώτα που κυλάει «βραδύς και μελαγχολικός το ρεύμα του μεταξύ των φλύαρων καλαμώνων των οχθών του, ωσεί αναπολών περασμένα μεγαλεία», τον «γίγα Ταΰγετο» που υψώνεται «εις ύψος μέγιστον, πένθιμος και θυελλώδης τον χειμώνα, αλλά το έαρ νεάζων και αυτός και λαμπρός την θέαν».

Ο Κώστας Πασαγιάννης περιγράφει τον «παράδεισο» της κοιλάδας του Ευρώτα (1922)

Image

Το 1922 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Κώστα Πασαγιάννη, Σπάρτη-Μυστράς, από τον εκδοτικό οίκο ‘Τύπος’ του Δ. Ταγκόπουλου, του εκδότη του Νουμά, του περιοδικού των δημοτικιστών. Παραθέτω ορισμένες σελίδες, κυρίως αυτές όπου ο Πασαγιάννης περιγράφει τον Ευρώτα και την κοιλάδα του, σαν έναν επίγειο «παράδεισο» (χρησιμοποιώντας και φωτογραφίες του Boissonnas, και παραθέματα από τον Αμπού.)

«…τα μαγικά τα περιβόλια των παραμυθιών, που κοιμούνται αιώνια αμποδεμένα τα ξανθά τα βασιλόπουλα κάτω από τα ανθισμένα δέντρα, θάδιναν ίσως την εικόνα της ονειρευτής κοιλάδας που δροσίζει στα φιδογυρίσματά του Ευρώτας και παραστέκει απάνω ο θεϊκός ο Ταΰγετος. Δάση από λεύκες πελώριες, λόγγοι από πυκνότατους καλαμιώνες στα παραπόταμα. Δάση από δάφνες. Πλατάνια θεόρατα και παχύσκιες ιτιές. Απέραντοι ελαιώνες. Κάμποι κατάφυτοι από ατέλειωτα δάση πορτοκαλιές και νεραντζιές. Αμπέλια. Νερά τρεχούμενα. Πηγές ονειρευτές. Κεφαλάρια, που θεριεύουν παντού μια τροπική βλάστηση. […]

Από το τέρμα της οδού Λυκούργου της νέας Σπάρτης, το θέαμα συναρπαστικό καθαυτό. Η βαθιά συγκίνηση που υποβάλλει, μοιάζει σαν πρωτόγονη θρησκευτική μυστικοπάθεια».

Αυτός ο «παράδεισος», που μπορούμε να τον αντικρίσουμε -ακόμα- από το ανατολικό τέρμα της οδού Λυκούργου, είναι σήμερα έτοιμος να υποστεί την οριστική του καταστροφή

Image Συνέχεια

Alfred de Curzon «Άποψη του Ευρώτα στην κοιλάδα της Σπάρτης», Μάιος 1852

Image

Αυτό το σχέδιο, μια από τις πιο ωραίες αυθεντικές απεικονίσεις του Ευρώτα, είναι σχεδόν άγνωστο καθώς αυτή είναι –πιστεύω– η πρώτη φορά που δημοσιεύεται, μετά την δημοσίευσή του το 1854 σε ένα επιστημονικό περιοδικό. Το ζωγράφισε ο Alfred de Curzon, ο οποίος ταξίδεψε στη Σπάρτη τον Μάιο του 1852 μαζί με δύο φίλους του, τον αρχιτέκτονα Σαρλ Γκαρνιέ (Charles Garnier) και τον συγγραφέα Εντμόν Αμπού, την περιγραφή του οποίου έχουμε ήδη δει. Το τοπίο της κοιλάδας του Ευρώτα τους γοήτευσε και, όπως γράφει ο Αμπού «οι δυο καλλιτέχνες πού ταξίδευαν μαζί μου και πού κάθε μέρα κατηγορούσαν την Ελλάδα ότι δεν διαθέτει πρώτα πλάνα, της τα συγχώρησαν όλα χάρη στον Ευρώτα και στη Λακωνία.»

Image

Πιο γνωστό είναι ένα άλλο ωραίο τοπίο που ζωγράφισε ο Curzon στη Σπάρτη, και εικονίζει τον «Ταΰγετο όπως φαίνεται από το θέατρο της Σπάρτης», γιατί το δημοσίευσε ο σπουδαίος γεωγράφος και αναρχικός Ελιζέ Ρεκλύ (Elisée Reclus) στον πρώτο τόμο της μεγάλης Γεωγραφίας του (Nouvelle Géographie universelle, la terre et les hommes, vol. 1 Παρίσι, 1876, σ. 93.), μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις του 19ου αιώνα.

Image

Στον ίδιο τόμο ο Ρεκλύ δημοσίευσε και ένα άλλο ενδιαφέρον σχέδιο του Curzon με τίτλο: «Μανιάτες και κάτοικοι της Σπάρτης».

Ο Alfred de Curzon (1820-1895) κέρδισε μια σχετική αναγνώριση, ζωγραφίζοντας τοπία, αλληγορίες, μυθολογικές και ιστορικές σκηνές, ενώ έκανε και τα σχέδια για τα ψηφιδωτά του φουαγιέ της περίφημης Όπερας του Παρισιού (του («Παλαί Γκαρνιέ») που έχτισε ο φίλος του, και συνταξιδιώτης του στη Σπάρτη, Σαρλ Γκαρνιέ, με αρχαιοελληνικά θέματα και επιγραφές, όπως αυτό εδώ με τον Κέφαλο και την Ηώ.

Image
Υπάρχουν και άλλα σχέδια και πίνακες του Curzon για την περιοχή της Σπάρτης, όπως  η πιο κάτω ακουαρέλα που εικονίζει το μοναστήρι της Περιβλέπτου στο Μιστρά, δημοσιευμένη σε έναν τόμο μετά τον θάνατό του.

Image

Ο Ευρώτας και ο Ταΰγετος, γύρω στο 1950

Image

Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από το βιβλίο του Robert Liddell, The Morea (Λονδίνο, 1958). Ο Άγγλος λογοτέχνης και κριτικός Robert Liddell (1908-1992), που έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και τη γνώρισε καλά, θέλησε με αυτή τη φωτογραφία να αποδείξει στους αναγνώστες του βιβλίου του ότι, όπως γράφει, «η Σπάρτη έχει ένα από τα πιο όμορφα ρομαντικά σκηνικά».

Δυστυχώς, αυτό ακριβώς το μοναδικό «σκηνικό», υποβαθμισμένο τις τελευταίες δεκαετίες και απροστάτευτο, απειλείται σήμερα με μια βίαιη καταστροφή από ένα ανούσιο φαραωνικό έργο.

Οι «μαγευτικές όχθες» του Ευρώτα, όπως τις είδε και τις ζωγράφισε το 1817 ο Didot

Image

Το σχέδιο αυτό που εικονίζει τις όχθες του Ευρώτα, γεμάτες καλάμια, λεύκες και ροδοδάφνες, με τον Ταΰγετο στο βάθος, δημοσιευμένο το 1835 στο βιβλίο του Πουκεβίλ, Ελλάδα (Pouqueville, Grèce, Παρίσι: F. Didot frères, 1835), το ζωγράφισε το 1817 ο Ambroise-Firmin Didot. Ο Ambroise-Firmin ήταν γιος του Γάλλου εκδότη Firmin Didot, τον οποίον διαδέχθηκε μαζί με τον αδελφό του το 1827 στη διεύθυνση αυτού του περίφημου εκδοτικού οίκου. Υπήρξε μαθητής και γραμματέας του Κοραή στο Παρίσι, το 1816 βρέθηκε στην Κων/λη ως attaché στη γαλλική πρεσβεία και στις αρχές του 1817 στην ελληνική σχολή των Κυδωνιών (Αιβαλί). Φαίνεται πώς από εκεί έκανε, μαζί με άλλα μέλη της σχολής, το ταξίδι στην Πελοπόννησο.

Ο Ambroise-Firmin Didot (το όνομα του οποίου φέρει η οδός Διδότου στην Αθήνα, όπου βρίσκεται και η Γαλλική Σχολή Αθηνών) έγραψε και μία αφήγηση αυτού του ταξιδιού του στη Σπάρτη, την οποία δημοσίευσε, και πάλι, ο Πουκεβίλ στον πέμπτο τόμο του βιβλίου του Ταξίδι στην Ελλάδα (Pouqueville, Voyage dans la Grèce, 5 τόμοι, Παρίσι: Firmin Didot, 1820-1821), επειδή ο ίδιος ο Πουκεβίλ δεν ταξίδεψε καθόλου στη Λακωνία. Παραθέτω ένα κομμάτι της, όπου ο Didot  αναφέρεται καθώς φαίνεται και στην τοποθεσία του Ευρώτα που ζωγράφισε:

«Ο δίσκος της σελήνης χρύσιζε με τις ακτίνες του τις άκρες ενός διχτυού από λευκά σύννεφα που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τις κορυφές του Ταΰγετου και το πρώτο φως του ήλιου μας αποκάλυψε τις πανέμορφες γραμμές του που άρχιζαν να ζωγραφίζονται με κοκκινωπά χρώματα. Ατενίζοντας το μεγαλείο αυτού του θεάματος, φτάσαμε στο γεφύρι πάνω από το οποίο περνάει κανείς τον Ευρώτα. Ο Βασιλοπόταμος, όπως τον λένε οι σύγχρονοι, κάλυπτε τότε με τα νερά του όλο το πλάτος της κοίτης. Σε λίγο τα διάφανα νερά του, αλλά κι ολόκληρη η κοιλάδα της Λακεδαίμονος βάφτηκαν από το φως του άστρου της ημέρας που λαμπύριζε πάνω από τον κάμπο. Ξεπέζεψα από το άλογο μου για να σχεδιάσω το τοπίο που προσφερόταν στο βλέμμα μου. Όλα με γοήτευαν, λαγκάδια, δάση, πλαγιές, βουνά, και ακολουθούσα πεζός τη δεξιά όχθη του ποταμού, που στολίζεται πάντοτε από τα πανύψηλα καλάμια του και τις ροδο­δάφνες του, και δεν λείπουνε παρά οι ερωτευμένοι κύκνοι για να συμπληρώσουν τις εικόνες των ποιητών γι’ αυτές τις μαγευτικές όχθες. Μια βα­θιά γαλήνη, το ευωδιαστό πρωινό αεράκι, το βουητό των καταρρακτών του βασιλικού ποταμού, έκαναν απολαυστικό τον περίπατο μου. Βρισκόμουν σε κατάσταση έκστασης. […]

Φτάνοντας στο χωριό Μαγούλα, μερικές Λακεδαιμόνιες γυναίκες μας έγνευσαν να μπούμε στα μποστάνια που αρδεύονται από τα νερά του ποταμού Τίασα. Η όψη της περιοχής μ’έκανε να υποθέσω ότι πατούσαμε στον Πλατανιστά, εκεί όπου οι κόρες της Σπάρτης, στεφανωμένες με υάκινθους, τραγουδώντας, μέσα στους σεμνούς χορούς τους, τον επιθαλάμιο της Ελένης και του Μενελάου. Οι όχθες του Ευρώτα που αντηχούσαν από τα τραγούδια ενός υμέναιου, τόσο ιερά σφραγισμένου και τόσο μοιραίου για τους Έλληνες, έφερναν στο νου την τοποθεσία της σκηνής που μας περιγράφει ο Θεόκριτος. […] με περικύκλωναν αμέτρητες κληματαριές που σμίγανε τα κλαδιά τους με τις μουριές, τις λεμονιές και τις ροδιές, που έμπλεκαν τους πορφυρούς και χρυσαφένιους καρ­πούς τους, σχηματίζοντας αψίδες από λουλούδια και φυλλώματα. Άπλωσα την κάπα μου κάτω από το φύλλωμα μιας πορ­τοκαλιάς εντυπωσιακού μεγέθους, κι αφού ξεκουράστηκα μερικές στιγμές, κατηύθυνα τα βήματά μου προς τον τόπο όπου βρισκόταν κάποτε η Σπάρτη, που ο Σιμωνίδης ονομάζει δαμάστρα ανθρώπων [δαμασίμβροτον