Ο Κώστας Πασαγιάννης περιγράφει τον «παράδεισο» της κοιλάδας του Ευρώτα (1922)

Image

Το 1922 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Κώστα Πασαγιάννη, Σπάρτη-Μυστράς, από τον εκδοτικό οίκο ‘Τύπος’ του Δ. Ταγκόπουλου, του εκδότη του Νουμά, του περιοδικού των δημοτικιστών. Παραθέτω ορισμένες σελίδες, κυρίως αυτές όπου ο Πασαγιάννης περιγράφει τον Ευρώτα και την κοιλάδα του, σαν έναν επίγειο «παράδεισο» (χρησιμοποιώντας και φωτογραφίες του Boissonnas, και παραθέματα από τον Αμπού.)

«…τα μαγικά τα περιβόλια των παραμυθιών, που κοιμούνται αιώνια αμποδεμένα τα ξανθά τα βασιλόπουλα κάτω από τα ανθισμένα δέντρα, θάδιναν ίσως την εικόνα της ονειρευτής κοιλάδας που δροσίζει στα φιδογυρίσματά του Ευρώτας και παραστέκει απάνω ο θεϊκός ο Ταΰγετος. Δάση από λεύκες πελώριες, λόγγοι από πυκνότατους καλαμιώνες στα παραπόταμα. Δάση από δάφνες. Πλατάνια θεόρατα και παχύσκιες ιτιές. Απέραντοι ελαιώνες. Κάμποι κατάφυτοι από ατέλειωτα δάση πορτοκαλιές και νεραντζιές. Αμπέλια. Νερά τρεχούμενα. Πηγές ονειρευτές. Κεφαλάρια, που θεριεύουν παντού μια τροπική βλάστηση. […]

Από το τέρμα της οδού Λυκούργου της νέας Σπάρτης, το θέαμα συναρπαστικό καθαυτό. Η βαθιά συγκίνηση που υποβάλλει, μοιάζει σαν πρωτόγονη θρησκευτική μυστικοπάθεια».

Αυτός ο «παράδεισος», που μπορούμε να τον αντικρίσουμε -ακόμα- από το ανατολικό τέρμα της οδού Λυκούργου, είναι σήμερα έτοιμος να υποστεί την οριστική του καταστροφή

Image Συνέχεια

Alfred de Curzon «Άποψη του Ευρώτα στην κοιλάδα της Σπάρτης», Μάιος 1852

Image

Αυτό το σχέδιο, μια από τις πιο ωραίες αυθεντικές απεικονίσεις του Ευρώτα, είναι σχεδόν άγνωστο καθώς αυτή είναι –πιστεύω– η πρώτη φορά που δημοσιεύεται, μετά την δημοσίευσή του το 1854 σε ένα επιστημονικό περιοδικό. Το ζωγράφισε ο Alfred de Curzon, ο οποίος ταξίδεψε στη Σπάρτη τον Μάιο του 1852 μαζί με δύο φίλους του, τον αρχιτέκτονα Σαρλ Γκαρνιέ (Charles Garnier) και τον συγγραφέα Εντμόν Αμπού, την περιγραφή του οποίου έχουμε ήδη δει. Το τοπίο της κοιλάδας του Ευρώτα τους γοήτευσε και, όπως γράφει ο Αμπού «οι δυο καλλιτέχνες πού ταξίδευαν μαζί μου και πού κάθε μέρα κατηγορούσαν την Ελλάδα ότι δεν διαθέτει πρώτα πλάνα, της τα συγχώρησαν όλα χάρη στον Ευρώτα και στη Λακωνία.»

Image

Πιο γνωστό είναι ένα άλλο ωραίο τοπίο που ζωγράφισε ο Curzon στη Σπάρτη, και εικονίζει τον «Ταΰγετο όπως φαίνεται από το θέατρο της Σπάρτης», γιατί το δημοσίευσε ο σπουδαίος γεωγράφος και αναρχικός Ελιζέ Ρεκλύ (Elisée Reclus) στον πρώτο τόμο της μεγάλης Γεωγραφίας του (Nouvelle Géographie universelle, la terre et les hommes, vol. 1 Παρίσι, 1876, σ. 93.), μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις του 19ου αιώνα.

Image

Στον ίδιο τόμο ο Ρεκλύ δημοσίευσε και ένα άλλο ενδιαφέρον σχέδιο του Curzon με τίτλο: «Μανιάτες και κάτοικοι της Σπάρτης».

Ο Alfred de Curzon (1820-1895) κέρδισε μια σχετική αναγνώριση, ζωγραφίζοντας τοπία, αλληγορίες, μυθολογικές και ιστορικές σκηνές, ενώ έκανε και τα σχέδια για τα ψηφιδωτά του φουαγιέ της περίφημης Όπερας του Παρισιού (του («Παλαί Γκαρνιέ») που έχτισε ο φίλος του, και συνταξιδιώτης του στη Σπάρτη, Σαρλ Γκαρνιέ, με αρχαιοελληνικά θέματα και επιγραφές, όπως αυτό εδώ με τον Κέφαλο και την Ηώ.

Image
Υπάρχουν και άλλα σχέδια και πίνακες του Curzon για την περιοχή της Σπάρτης, όπως  η πιο κάτω ακουαρέλα που εικονίζει το μοναστήρι της Περιβλέπτου στο Μιστρά, δημοσιευμένη σε έναν τόμο μετά τον θάνατό του.

Image

Ο Ευρώτας και ο Ταΰγετος, γύρω στο 1950

Image

Η φωτογραφία αυτή προέρχεται από το βιβλίο του Robert Liddell, The Morea (Λονδίνο, 1958). Ο Άγγλος λογοτέχνης και κριτικός Robert Liddell (1908-1992), που έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και τη γνώρισε καλά, θέλησε με αυτή τη φωτογραφία να αποδείξει στους αναγνώστες του βιβλίου του ότι, όπως γράφει, «η Σπάρτη έχει ένα από τα πιο όμορφα ρομαντικά σκηνικά».

Δυστυχώς, αυτό ακριβώς το μοναδικό «σκηνικό», υποβαθμισμένο τις τελευταίες δεκαετίες και απροστάτευτο, απειλείται σήμερα με μια βίαιη καταστροφή από ένα ανούσιο φαραωνικό έργο.

Οι «μαγευτικές όχθες» του Ευρώτα, όπως τις είδε και τις ζωγράφισε το 1817 ο Didot

Image

Το σχέδιο αυτό που εικονίζει τις όχθες του Ευρώτα, γεμάτες καλάμια, λεύκες και ροδοδάφνες, με τον Ταΰγετο στο βάθος, δημοσιευμένο το 1835 στο βιβλίο του Πουκεβίλ, Ελλάδα (Pouqueville, Grèce, Παρίσι: F. Didot frères, 1835), το ζωγράφισε το 1817 ο Ambroise-Firmin Didot. Ο Ambroise-Firmin ήταν γιος του Γάλλου εκδότη Firmin Didot, τον οποίον διαδέχθηκε μαζί με τον αδελφό του το 1827 στη διεύθυνση αυτού του περίφημου εκδοτικού οίκου. Υπήρξε μαθητής και γραμματέας του Κοραή στο Παρίσι, το 1816 βρέθηκε στην Κων/λη ως attaché στη γαλλική πρεσβεία και στις αρχές του 1817 στην ελληνική σχολή των Κυδωνιών (Αιβαλί). Φαίνεται πώς από εκεί έκανε, μαζί με άλλα μέλη της σχολής, το ταξίδι στην Πελοπόννησο.

Ο Ambroise-Firmin Didot (το όνομα του οποίου φέρει η οδός Διδότου στην Αθήνα, όπου βρίσκεται και η Γαλλική Σχολή Αθηνών) έγραψε και μία αφήγηση αυτού του ταξιδιού του στη Σπάρτη, την οποία δημοσίευσε, και πάλι, ο Πουκεβίλ στον πέμπτο τόμο του βιβλίου του Ταξίδι στην Ελλάδα (Pouqueville, Voyage dans la Grèce, 5 τόμοι, Παρίσι: Firmin Didot, 1820-1821), επειδή ο ίδιος ο Πουκεβίλ δεν ταξίδεψε καθόλου στη Λακωνία. Παραθέτω ένα κομμάτι της, όπου ο Didot  αναφέρεται καθώς φαίνεται και στην τοποθεσία του Ευρώτα που ζωγράφισε:

«Ο δίσκος της σελήνης χρύσιζε με τις ακτίνες του τις άκρες ενός διχτυού από λευκά σύννεφα που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τις κορυφές του Ταΰγετου και το πρώτο φως του ήλιου μας αποκάλυψε τις πανέμορφες γραμμές του που άρχιζαν να ζωγραφίζονται με κοκκινωπά χρώματα. Ατενίζοντας το μεγαλείο αυτού του θεάματος, φτάσαμε στο γεφύρι πάνω από το οποίο περνάει κανείς τον Ευρώτα. Ο Βασιλοπόταμος, όπως τον λένε οι σύγχρονοι, κάλυπτε τότε με τα νερά του όλο το πλάτος της κοίτης. Σε λίγο τα διάφανα νερά του, αλλά κι ολόκληρη η κοιλάδα της Λακεδαίμονος βάφτηκαν από το φως του άστρου της ημέρας που λαμπύριζε πάνω από τον κάμπο. Ξεπέζεψα από το άλογο μου για να σχεδιάσω το τοπίο που προσφερόταν στο βλέμμα μου. Όλα με γοήτευαν, λαγκάδια, δάση, πλαγιές, βουνά, και ακολουθούσα πεζός τη δεξιά όχθη του ποταμού, που στολίζεται πάντοτε από τα πανύψηλα καλάμια του και τις ροδο­δάφνες του, και δεν λείπουνε παρά οι ερωτευμένοι κύκνοι για να συμπληρώσουν τις εικόνες των ποιητών γι’ αυτές τις μαγευτικές όχθες. Μια βα­θιά γαλήνη, το ευωδιαστό πρωινό αεράκι, το βουητό των καταρρακτών του βασιλικού ποταμού, έκαναν απολαυστικό τον περίπατο μου. Βρισκόμουν σε κατάσταση έκστασης. […]

Φτάνοντας στο χωριό Μαγούλα, μερικές Λακεδαιμόνιες γυναίκες μας έγνευσαν να μπούμε στα μποστάνια που αρδεύονται από τα νερά του ποταμού Τίασα. Η όψη της περιοχής μ’έκανε να υποθέσω ότι πατούσαμε στον Πλατανιστά, εκεί όπου οι κόρες της Σπάρτης, στεφανωμένες με υάκινθους, τραγουδώντας, μέσα στους σεμνούς χορούς τους, τον επιθαλάμιο της Ελένης και του Μενελάου. Οι όχθες του Ευρώτα που αντηχούσαν από τα τραγούδια ενός υμέναιου, τόσο ιερά σφραγισμένου και τόσο μοιραίου για τους Έλληνες, έφερναν στο νου την τοποθεσία της σκηνής που μας περιγράφει ο Θεόκριτος. […] με περικύκλωναν αμέτρητες κληματαριές που σμίγανε τα κλαδιά τους με τις μουριές, τις λεμονιές και τις ροδιές, που έμπλεκαν τους πορφυρούς και χρυσαφένιους καρ­πούς τους, σχηματίζοντας αψίδες από λουλούδια και φυλλώματα. Άπλωσα την κάπα μου κάτω από το φύλλωμα μιας πορ­τοκαλιάς εντυπωσιακού μεγέθους, κι αφού ξεκουράστηκα μερικές στιγμές, κατηύθυνα τα βήματά μου προς τον τόπο όπου βρισκόταν κάποτε η Σπάρτη, που ο Σιμωνίδης ονομάζει δαμάστρα ανθρώπων [δαμασίμβροτον

Ο Φλωμπέρ για το τοπίο της Σπάρτης το 1851• γιατί του άρεσαν τα Μενελάια, περισσότερο κι από τον Ταΰγετο;

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ (1821-1880), ο συγγραφέας της Μαντάμ Μποβαρύ, ένας από τους πιο σημαντικούς μυθιστοριογράφους στην ιστορία της λογοτεχνίας, ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1850-1851 μαζί με τον φίλο του Maxime du Camp. Παρότι το ταξίδι στην Πελοπόννησο μέσα στο Γενάρη ήταν δύσκολο, το έκαναν, καθώς ο Φλωμπέρ ήθελε διακαώς να δει τη Σπάρτη. Τις εντυπώσεις του τις μαθαίνουμε από το προσωπικό του ημερολόγιο και από κάποιες αναφορές στα γράμματα που στέλνει στη μητέρα του και τους φίλους του. Στις 29 Ιανουαρίου του 1851 οι δυο φίλοι κατηφορίζουν προς την κοιλάδα του Ευρώτα. Ο Φλωμπέρ σημειώνει στο ημερολόγιο:

«Σε λίγο εμφανίζεται μπροστά μας, πίσω από πράσινα βουνά, ο Ταΰγετος, με σκούρο γκριζογάλαζο χρώμα, με λευκές κορυφές· φαίνεται να έχει πολλές βουνοκορφές κατά μήκος του, σκεπασμένες από σύννεφα· ανάμεσα σ’αυτόν και σε μας, είναι η πεδιάδα όπου βρίσκεται η Σπάρτη· στα αριστερά μας, αμφιθεατρικά, το χωριό Βουρλιάς. Περνάμε ένα χείμαρρο που κυλάει πάνω σε άμμο, πα­ραπόταμο του Ευρώτα, που τον βρίσκουμε σε λίγο μπρο­στά μας και στρεφόμαστε αμέσως δεξιά. Ο Ευρώτας, κατακίτρινος (λόγω των βροχών), μου φαίνεται μεγάλος περίπου όσο και ο Touques [μικρό ποτάμι στη Νορμανδία]· στις όχθες του έχει ροδοδάφνες, αγριομυρτιές, μουριές. Περνάμε μια σαμαρωτή γέφυρα, πολύ ψηλή, πολύ λεπτή, πολύ κομψή. Για να περνάνε τα νερά έχουν διαμορφώσει (αντί­θετα προς κάθε έννοια συμμετρίας) δύο καμάρες δεξιά και μόνο μία αριστερά.  Δεξιά, μια μικρή σειρά από πράσινους λόφους, πίσω από τους οποίους, πότε-πότε εμφανίζεται ο Ταΰγετος, κάθετος, γαλάζιος σκούρος, τυλιγμένος με χιόνια στο κεφάλι του· στα αριστερά, τα βουνά από την άλλη μεριά του ποταμιού που κυλάει ανάμεσα στα δέντρα, παίρνουν τη μορφή ενός μακριού τείχους που χαμηλώνει καθώς πλησιάζει στη Σπάρτη, και έχει κοκκινωπό χρώμα και ένα αρμονικά σμιλεμένο ομαλό περίγραμμα. Δεν ξέρω γιατί αυτό μου θυμίζει το δωρικό ρυθμό και μου αρέσει υπερβολικά, περισσότερο κι από τον Ταΰγετο (παρότι είναι τόσο ωραίος): είναι βουνά στωικά ή ακόμα σπαρτιάτικα

Σε ένα γράμμα στη μητέρα του, ο Φλωμπέρ αναφέρει: «Το τοπίο της Σπάρτης είναι απ’ τα πιο παράξενα και απ’ τη στιγμή που τ’ αντικρίσεις δεν σβήνεται απ’ το νου σου.»   Και στον φίλο του Louis Bouilhet: «Το τοπίο της Σπάρτης είναι μοναδικό και χρειάζονται τέσσερις σελίδες για να το περιγράψεις· το αφήνουμε για αργότερα.»

Η ονειρική εμπειρία του William Blake Richmond στις όχθες του Ευρώτα το 1883

Image

«…και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω»

Ο μεγάλος αυτός πίνακας (1,5 επί 1 μέτρο περίπου) εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1886 στην Grosvenor Gallery, στο Λονδίνο, με τίτλο Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης. Ο διπλός αυτός τίτλος ήθελε να δώσει αμέσως στον θεατή όλο του το νόημά: Ότι επρόκειτο δηλαδή για μια κλασική βουκολική σκηνή, μια φαντασιακή απεικόνιση της αρχαίας «αρκαδικής’ ουτοπίας», ταυτόχρονα όμως και για μια αυθεντική ανάμνηση από το τοπίο της Σπάρτης, το προϊόν ενός ταξιδιού.

Ο ζωγράφος William Blake Richmond (1842-1921), ήταν μια επιφανής προσωπικότητα της βικτωριανής Αγγλίας. Ο πατέρας του, ο επίσης ζωγράφος George Richmond, ήταν στενός φίλος και οπαδός του μεγάλου οραματικού ζωγράφου και ποιητή William Blake, του οποίου το όνομά έδωσε στον γιο του. Ο W. B. Richmond μεγάλωσε λοιπόν μέσα στον κύκλο των οπαδών του Blake, των λεγόμενων «Αρχαίων». Συνδέθηκε στενά με τον John Ruskin, τον σπουδαιότερο κριτικό της εποχής, και με την ομάδα των λεγόμενων προραφαηλιτών ζωγράφων. Ήταν ένας επίσημος, θα λέγαμε, ζωγράφος του βικτωριανού νεορομαντισμού, γνωστός για τα μυθολογικά θέματα αλλά και τα πορτρέτα της ελίτ της πολιτικής, της τέχνης, της διανόησης, όπως του Γλάδστωνα, του Δαρβίνου, του συγγραφέα Robert Lewis Stevenson, του ποιητή Robert Browning, του William Morris, κ.α. Το 1891 ανέλαβε ένα από τα μεγαλύτερα εικαστικά έργα της εποχής, τα ψηφιδωτά του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο.

Ο W.B. Richmond έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα, το 1882 και 1883, και ο πίνακας αυτός είναι το μοναδικό μεγάλο και επεξεργασμένο έργο του για το ελληνικό τοπίο. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον πίνακα είναι ότι ο Richmond κατέγραψε και στο προσωπικό του ημερολόγιο αυτήν την εμπειρία, την «ανάμνηση», που ζωγράφισε. Ο Richmond και οι δύο Άγγλοι συνταξιδιώτες του έφτασαν  στη Σπάρτη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1883 και έμειναν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου, που αναχώρησαν μέσω Ταΰγετου για την Καλαμάτα. Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Richmond κατέγραψε στο ημερολόγιό του μια εκδρομή με το άλογο στον Ευρώτα. Αναφέρει πώς διέσχισε δύο φορές τον ποταμό και ότι ανέβηκε τις όχθες του  περνώντας μέσα από μεγάλους καλαμιώνες, «αληθινά δάση, μέρη αντάξια για τον Πάνα». Και περιγράφει ως εξής τη σκηνή, στις όχθες του Ευρώτα, που του ενέπνευσε τον πίνακα:

«Κοπάδια από πρόβατα και κατσίκες κατέβαιναν από τους λόφους για να ποτιστούν, και ο βοσκός έπαιζε την όμορφη φλογέρα του στην ορχήστρα που έκαναν τα κουδουνίσματά τους. … Είναι σαν μια μουσική από όνειρο.

Έτσι έστρεψα το άλογό μου και ξεκίνησα να γυρίσω πίσω μέσα στο ήσυχο απάνεμο σούρουπο, και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω· καθώς πλησίαζε η νύχτα, έμοιαζε να συγκεντρώνονται ένταση χρωμάτων, δύναμη αποχρώσεων, μια σιωπηλή μοναχική αρμονία και μια μεγάλη γαλήνη. Το θρόισμα των φύλλων ήταν ανάερο, ακόμα και όταν ο άνεμος είχε τη δύναμη να τα κουνήσει, ήταν σαν ένα απαλό νανούρισμα που αποκοίμιζε όσα στη διάρκεια της ημέρας είχαν αναστατωθεί και βασανιστεί. Οι λεύκες με τα μεγάλα άσπρα κλαδιά τους λάμπανε σαν ασήμι στο λυκόφως, οι λόφοι ήταν σαν διάφανο γαλάζιο κρύσταλλο· τα λιβάδια ήταν από απαλό πράσινο· οι λοφίσκοι στεφανώνονταν από το χρυσάφι των θερισμένων σταροχώραφων· μικρά ρέματα ακολουθούσαν τον δρόμο τους που κρύβεται κάτω από αμπέλια και συκιές, και το απαλό τους μουρμουρητό έφτανε στο αυτί σαν ένα τραγούδι των νεράιδων, καθαρό σε όσους ακούνε, που μιλάει για τα μυστικά της βουκολικής ζωής, και αντηχεί στους αυλούς του βοσκού, στα βελάσματα και τα κουδουνίσματα των προβάτων. Δεν ήθελα να επιστρέψω στη Σπάρτη, αλλά με το πούσι της νύχτας που ερχόταν από το ποτάμι δεν ήταν συνετό να συνεχίσω να γυρίζω έξω.»

Αποτιμώντας αυτή τη μοναδική εμπειρία του, συμπλήρωσε στο ημερολόγιό του:

«Ακόμα κι αν μερικές φορές είχα θλιμμένες σκέψεις, και καθώς επιθυμώ να γίνω πιο αντάξιος των πάρα πολλών χαρών που πήρα στη ζωή μου, και που άλλοι δεν είχαν, καμιά μουρμούρα δεν πρέπει να περάσει ποτέ από τα χείλη μου, κανένα παράπονο, μερικές φορές νομίζω ότι έχω πάρα πολλά.»

(Υ.Γ. Τον πίνακα αυτόν τον είδα πριν από μερικά χρόνια σε μια γκαλερί του Λονδίνου, η οποία και τον είχε προς πώληση σε μία -όχι πολύ μεγάλη- τιμή. Έγινε τότε μία προσπάθεια μήπως και κατορθώναμε να αγοραστεί ο πίνακας και να έρθει στη Σπάρτη, από κάποιον φορέα όπως η Πινακοθήκη Σπάρτης ή η Πνευματική Εστία. Δυστυχώς δεν το καταφέραμε και ο πίνακας πουλήθηκε σε ιδιώτη.)

«Περπατούν στις όχθες του Ευρώτα…» Από τον «Γύρο της Ελλάδος» (1935).

Image

Το σχέδιο αυτό του Φ. Γαλανού προέρχεται από ένα βιβλίο για παιδιά με τίτλο «Ο Γύρος της Ελλάδος» που εκδόθηκε το 1935 από τον εκδοτικό οίκο Ελευθερουδάκη. Ως συγγραφέας του αναφέρεται ο «Κώστας Χωρικός», που είναι το ψευδώνυμο του ίδιου του Κώστα Ελευθερουδάκη, του ανθρώπου που ίδρυσε το 1910 τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο (και εξέδωσε, ανάμεσα στ’άλλα, το δωδεκάτομο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν). Συνέχεια

Ο Ευρώτας της Ελένης (φωτογραφίες του Peter Anthony Hutton, 1928)

Image

Η πιο πάνω φωτογραφία, όπως και η επόμενη, προέρχονται από το βιβλίο του Peter Anthony Hutton Greek Cities του 1932. Ο Peter Anthony ήταν ο γιος του Edward Hutton, μαζί με τον οποίο είχαν ταξιδέψει στη Σπάρτη το 1928. Την ίδια χρονιά, ο πατέρας του είχε δημοσιεύσει τοA Glimpse of Greece, που ήδη είδαμε. Το βιβλίο του Peter Anthony περιλαμβάνει πολύ περισσότερες φωτογραφίες και μικρά μόνο συνοδευτικά κείμενα, που βρίσκονται στο ίδιο ακριβώς κλίμα με εκείνα του πατέρα του. Και αναδεικνύει την Ελένη σαν το υπ’αριθμόν ένα σύμβολο της Ελλάδας. Ήδη από τον πρόλογό του, τονίζει ότι «η Eλλάδα είναι για όλους εμάς, μια γη μάλλον ονείρων και παράξενων φαντασιώσεων παρά πραγματικότητας […] μια γη μύθων και ιστοριών, μακρινή και πανέμορφη […] στοιχειωμένη με τεράστια πνεύματα, σχεδόν στοιχειά της φύσης». Αλλά «πάνω απ’ όλα, είναι αυτή που θυμόμαστε, είναι η δικιά της σκιά που περπατάει μαζί μας παντού… H Eλένη! Όταν όλες οι μνήμες των διανοητών και των ρητόρων, των φιλοσόφων και των ποιητών θα έχουν ξεχαστεί· όταν ακόμα και η δόξα των ηρώων έχει σβήσει […] αυτή θα παραμένει, μοναχική αλλά αιώνια, θλιμμένη και απρόσιτη, η ομορφότερη και η μελαγχολικότερη».

 Και ο φυσικός χώρος, όπου βρίσκει την Ελένη είναι, βέβαια, η κοιλάδα του Ευρώτα:

«Η πρώτη άφιξη στη Σπάρτη πρέπει να είναι πάντοτε ένα από τα πράγματα που […] θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη. Και την κάνει ακόμα πιο θαυμάσια το απροσδόκητο. Είναι σχεδόν αδύνατον να πιστέψεις ότι οι Σπαρτιάτες μπορεί να έζησαν στο μέρος που ξέρουμε σήμερα σαν Σπάρτη. Γιατί είναι ένα μέρος που μοιάζει σχεδόν με τροπική κοιλάδα· οι πορτοκαλεώνες είναι πυκνοί, και το άρωμα των λουλουδιών τους είναι ακατανίκητο, όλη η κοιλάδα είναι πλούσια σε σπαρτά και ελιές, και πάνω απ’ όλα τούτα υψώνεται ο Tαΰγετος, σκεπασμένος με χιόνια.

Image

Μια ατμόσφαιρα αφθονίας, νωχελικότητας και ομορφιάς διαχέεται παντού, που ταιριάζει πολύ περισσότερο στις Nήσους των Mακάρων παρά σε οτιδήποτε συνδέουμε στο μυαλό μας με το όνομα της Σπάρτης. Είναι ποτέ δυνατόν να έζησαν στ’ αλήθεια μέσα σ’ αυτήν τη ευωδιαστή κοιλάδα; […] Μοιάζει πιο ταιριαστή για καλλιεργητές της γης, για έναν ειρηνικό λαό, καλοσυνάτο και σοφό, που ασκεί τις τέχνες και είναι γεμάτος ευγένεια. Ευγένεια, ναι, γιατί αυτή ήταν ευγενική, γιατί αυτή έζησε εδώ και πρέπει συχνά να λουζόταν στα νερά αυτού του γοργού ποταμού. Είναι ίσως το χαμόγελο της Ελένης που την έκανε τόσο ευχάριστη; […] Τι σχέση είχε αυτή μ’ εκείνους τους Σπαρτιάτες, το όνομα των οποίων ταυτίστηκε στον κόσμο με ένα σύστημα, ανελέητο στις αρχές του και δίχως καμιά ανθρωπιά; […] Αυτή η χρυσή κοιλάδα μοιάζει να έχει φτιαχτεί γι’ αυτήν και για τον Πάρη και τον έρωτά τους. Πόσο καλά μπορούμε να την φανταστούμε, με τα χρυσά μαλλιά της ανάμεσα στα στάχυα, ευγενική, μειλίχια και καλόκαρδη, πνευματώδη αλλά και ευσυγκίνητη μέχρι δακρύων.»

«H κοιλάδα του Ευρώτα κάτω από τον Ταΰγετο είναι σίγουρα η ομορφότερη στην Ελλάδα» (Edward Hutton, 1928)

Image

Η παραπάνω φωτογραφία προέρχεται από το βιβλίο του Edward Hutton, A Glimpse of Greece. Ο Edward Hutton ήταν γνωστός συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας (βλ. περισσότερα εδώ). Είχε εγκατασταθεί στη Φλωρεντία και ασχολήθηκε κυρίως με την Ιταλία. Ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1926, μαζί με τον φίλο του λογοτέχνη Norman Douglas. Τόσο πολύ τους άρεσε η περιοχή της Σπάρτης, που αποφάσισαν να παραμείνουν για πολλές μέρες. Συνέχεια

Στο Χάνι του Βουρλιά το 1836

Image

Επανερχόμαστε στο θέμα των χανιών του δρόμου Τρίπολης Σπάρτης, αλλά αρκετές δεκαετίας παλιότερα. Το παραπάνω χαρακτικό είναι μια σπάνια απεικόνιση μιας ομάδας Βρετανών περιηγητών μέσα στο Χάνι του Βουρλιά. Το έχει σχεδιάσει ο F. W. Newton και είναι δημοσιευμένο στο εξώφυλλο του ταξιδιωτικού βιβλίου που έγραψε ο Edward Giffard. Ήταν αρχές του 1836 όταν αυτοί οι δύο νεαροί, συμφοιτητές στην Οξφόρδη, αποφάσισαν να κάνουν το ταξίδι στην Ελλάδα. Ταξίδια τον Ιανουάριο ήταν πολύ ασυνήθιστα, οι περισσότεροι προτιμούσαν να έρχονται την Άνοιξη. Συνέχεια