Théodore Rousseau: ο «αντάξιος του Ευρώτα» ποταμός Λιζόν

Sources du Lizon (εικόνα)

Το σχέδιο αυτό με τίτλο «Οι πηγές του ποταμού Λιζόν» είναι του Théodore Rousseau (1812-1867), ενός ζωγράφου πολύ σημαντικού για την εξέλιξη της τοπιογραφίας, αλλά και γενικότερα της αγάπης του φυσικού τοπίου. «Κοιτάξτε τον Λιζόν», έλεγε ο Rousseau δείχνοντας αυτό το σχέδιο στους φίλους του, «δεν είναι αντάξιος του Ευρώτα;» Αυτό είναι ένα ακόμα δείγμα για το πώς ο Ευρώτας δεν ήταν απλά διάσημος για την ιστορία του και τους μύθους του, αλλά εθεωρείτο και ένα πρότυπο φυσικής ομορφιάς που είχε γίνει γνωστή μέσα από ζωγραφικά έργα και χαρακτικά, όπως αυτό του Stackelberg.

Lison_(rivière)

Ο μικρός ποταμός Λιζόν (Lison), που βρίσκεται στην περιοχή του όρους Γιούρα στην ανατολική Γαλλία, σχετίζεται και με την καθιέρωση της νομοθεσίας προστασίας του περιβάλλοντος. Μετά από μία δικαστική διαμάχη των κατοίκων του χωριού Nans-sous-Sainte-Anne εναντίον ενός μυλωνά που ήθελε να διαμορφώσει τις πηγές του ποταμού, ο τοπικός βουλευτής Charles Beauquier (που ήταν από τους πρωτεργάτες της Εταιρείας για την προστασία των τοπίων και της αισθητικής της Γαλλίας) πέτυχε την ψήφιση, το 1906, του πρώτου νόμου προστασίας του περιβάλλοντος και του τοπίου, γνωστού ως «νόμου Beauquier. Ο ποταμός Λιζόν χαρακτηρίστηκε προστατευόμενος από τον Μάιο του 1912.

Αν είχαν τον δικό μας, τον αυθεντικό, Ευρώτα σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, η προστασία του θα είχε ξεκινήσει εδώ και έναν αιώνα. Στη δική μας, δυστυχώς, εν έτει 2013, προσπαθούν ακόμα να ολοκληρώσουν την καταστροφή του, έτσι ώστε σε λίγο να μην υπάρχει πια αντικείμενο προστασίας.

William Blake Richmond: «Η κοιλάδα του Ευρώτα», 1883

Image

Ο μικρός αυτός πίνακας (26.7 x 44.7 εκ) που βρίσκεται στην πινακοθήκη του Σέφηλντ ζωγραφίστηκε από τον William Blake Richmond κατά το ταξίδι του στη Σπάρτη τον Σεπτέμβριο του 1883. Σε αυτές τις όχθες του Ευρώτα ο ζωγράφος είχε μια ονειρική εμπειρία, την οποία κατέγραψε στο ημερολόγιό του, και η οποία θα του ενέπνεε έναν μεγάλο πίνακα (Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης) που εξέθεσε το 1886, και για τον οποίο προφανώς αυτός εδώ χρησίμευσε ως σπουδή. Εκεινο που κάνει εντύπωση είναι τα πολύ διαφορετικά στυλ ζωγραφικής στους δύο πίνακες: ο ένας, που προφανώς έχει ζωγραφιστεί επίτόπου, έχει έναν ιμπρεσιονιστικό χαρακτήρα, με ζωηρά χρώματα· ο άλλος ένα κλασσικίζον νεορομαντικό ύφος.

Η ονειρική εμπειρία του William Blake Richmond στις όχθες του Ευρώτα το 1883

Image

«…και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω»

Ο μεγάλος αυτός πίνακας (1,5 επί 1 μέτρο περίπου) εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1886 στην Grosvenor Gallery, στο Λονδίνο, με τίτλο Βουκολικό – μια ανάμνηση από την κοιλάδα της Σπάρτης. Ο διπλός αυτός τίτλος ήθελε να δώσει αμέσως στον θεατή όλο του το νόημά: Ότι επρόκειτο δηλαδή για μια κλασική βουκολική σκηνή, μια φαντασιακή απεικόνιση της αρχαίας «αρκαδικής’ ουτοπίας», ταυτόχρονα όμως και για μια αυθεντική ανάμνηση από το τοπίο της Σπάρτης, το προϊόν ενός ταξιδιού.

Ο ζωγράφος William Blake Richmond (1842-1921), ήταν μια επιφανής προσωπικότητα της βικτωριανής Αγγλίας. Ο πατέρας του, ο επίσης ζωγράφος George Richmond, ήταν στενός φίλος και οπαδός του μεγάλου οραματικού ζωγράφου και ποιητή William Blake, του οποίου το όνομά έδωσε στον γιο του. Ο W. B. Richmond μεγάλωσε λοιπόν μέσα στον κύκλο των οπαδών του Blake, των λεγόμενων «Αρχαίων». Συνδέθηκε στενά με τον John Ruskin, τον σπουδαιότερο κριτικό της εποχής, και με την ομάδα των λεγόμενων προραφαηλιτών ζωγράφων. Ήταν ένας επίσημος, θα λέγαμε, ζωγράφος του βικτωριανού νεορομαντισμού, γνωστός για τα μυθολογικά θέματα αλλά και τα πορτρέτα της ελίτ της πολιτικής, της τέχνης, της διανόησης, όπως του Γλάδστωνα, του Δαρβίνου, του συγγραφέα Robert Lewis Stevenson, του ποιητή Robert Browning, του William Morris, κ.α. Το 1891 ανέλαβε ένα από τα μεγαλύτερα εικαστικά έργα της εποχής, τα ψηφιδωτά του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο.

Ο W.B. Richmond έκανε δύο ταξίδια στην Ελλάδα, το 1882 και 1883, και ο πίνακας αυτός είναι το μοναδικό μεγάλο και επεξεργασμένο έργο του για το ελληνικό τοπίο. Το ενδιαφέρον με αυτόν τον πίνακα είναι ότι ο Richmond κατέγραψε και στο προσωπικό του ημερολόγιο αυτήν την εμπειρία, την «ανάμνηση», που ζωγράφισε. Ο Richmond και οι δύο Άγγλοι συνταξιδιώτες του έφτασαν  στη Σπάρτη στις 8 Σεπτεμβρίου του 1883 και έμειναν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου, που αναχώρησαν μέσω Ταΰγετου για την Καλαμάτα. Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Richmond κατέγραψε στο ημερολόγιό του μια εκδρομή με το άλογο στον Ευρώτα. Αναφέρει πώς διέσχισε δύο φορές τον ποταμό και ότι ανέβηκε τις όχθες του  περνώντας μέσα από μεγάλους καλαμιώνες, «αληθινά δάση, μέρη αντάξια για τον Πάνα». Και περιγράφει ως εξής τη σκηνή, στις όχθες του Ευρώτα, που του ενέπνευσε τον πίνακα:

«Κοπάδια από πρόβατα και κατσίκες κατέβαιναν από τους λόφους για να ποτιστούν, και ο βοσκός έπαιζε την όμορφη φλογέρα του στην ορχήστρα που έκαναν τα κουδουνίσματά τους. … Είναι σαν μια μουσική από όνειρο.

Έτσι έστρεψα το άλογό μου και ξεκίνησα να γυρίσω πίσω μέσα στο ήσυχο απάνεμο σούρουπο, και είδα εικόνες της φύσης, τόσο όμορφες όσο ποτέ μου δεν είχα την τύχη να απολαύσω· καθώς πλησίαζε η νύχτα, έμοιαζε να συγκεντρώνονται ένταση χρωμάτων, δύναμη αποχρώσεων, μια σιωπηλή μοναχική αρμονία και μια μεγάλη γαλήνη. Το θρόισμα των φύλλων ήταν ανάερο, ακόμα και όταν ο άνεμος είχε τη δύναμη να τα κουνήσει, ήταν σαν ένα απαλό νανούρισμα που αποκοίμιζε όσα στη διάρκεια της ημέρας είχαν αναστατωθεί και βασανιστεί. Οι λεύκες με τα μεγάλα άσπρα κλαδιά τους λάμπανε σαν ασήμι στο λυκόφως, οι λόφοι ήταν σαν διάφανο γαλάζιο κρύσταλλο· τα λιβάδια ήταν από απαλό πράσινο· οι λοφίσκοι στεφανώνονταν από το χρυσάφι των θερισμένων σταροχώραφων· μικρά ρέματα ακολουθούσαν τον δρόμο τους που κρύβεται κάτω από αμπέλια και συκιές, και το απαλό τους μουρμουρητό έφτανε στο αυτί σαν ένα τραγούδι των νεράιδων, καθαρό σε όσους ακούνε, που μιλάει για τα μυστικά της βουκολικής ζωής, και αντηχεί στους αυλούς του βοσκού, στα βελάσματα και τα κουδουνίσματα των προβάτων. Δεν ήθελα να επιστρέψω στη Σπάρτη, αλλά με το πούσι της νύχτας που ερχόταν από το ποτάμι δεν ήταν συνετό να συνεχίσω να γυρίζω έξω.»

Αποτιμώντας αυτή τη μοναδική εμπειρία του, συμπλήρωσε στο ημερολόγιό του:

«Ακόμα κι αν μερικές φορές είχα θλιμμένες σκέψεις, και καθώς επιθυμώ να γίνω πιο αντάξιος των πάρα πολλών χαρών που πήρα στη ζωή μου, και που άλλοι δεν είχαν, καμιά μουρμούρα δεν πρέπει να περάσει ποτέ από τα χείλη μου, κανένα παράπονο, μερικές φορές νομίζω ότι έχω πάρα πολλά.»

(Υ.Γ. Τον πίνακα αυτόν τον είδα πριν από μερικά χρόνια σε μια γκαλερί του Λονδίνου, η οποία και τον είχε προς πώληση σε μία -όχι πολύ μεγάλη- τιμή. Έγινε τότε μία προσπάθεια μήπως και κατορθώναμε να αγοραστεί ο πίνακας και να έρθει στη Σπάρτη, από κάποιον φορέα όπως η Πινακοθήκη Σπάρτης ή η Πνευματική Εστία. Δυστυχώς δεν το καταφέραμε και ο πίνακας πουλήθηκε σε ιδιώτη.)

Η Σπάρτη και ο Ευρώτας το 1829 από τον Abel Blouet

Image

Η εικόνα αυτή δημοσιεύθηκε το 1833 στον δεύτερο τόμο της γαλλικής «Επιστημονικής αποστολής του Μοριά». (Expédition scientifique de Morée. Architecture, sculptures, inscriptions et vues du Péloponèse…, 2ος τόμος, Παρίσι: Firmin-Didot, 1833, Εικόνα 44). Εικονίζει τον έρημο χώρο της αρχαίας Σπάρτης, με τον Ευρώτα και τα Μενελάια στο βάθος, λίγα μόλις χρόνια πριν ξεκινήσει εκεί η ανοικοδόμηση της νέας πόλης,

Η «Επιστημονική αποστολή του Μοριά», που συγκροτήθηκε το 1829, με τη λήξη της Επανάστασης, παράλληλα με το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του Μαιζόν, ανέλαβε μια πολύπλευρη έρευνα και αποτύπωση (γεωγραφική, αρχαιολογική, φυσιοδιφική αλλά και τοπιογραφική) της Πελοποννήσου, η οποία κατέληξε σε μια εντυπωσιακή πολύτομη έκδοση.

Ο αρχιτέκτονας Abel Blouet (1795-1853) ήταν ο επικεφαλής του αρχιτεκτονικού τμήματος της Αποστολής, που είχε σαν βασικό καθήκον την αποτύπωση των ερειπίων, αλλά και τοπίων. Ο Blouet ήταν ο αρχιτέκτονας που ανέλαβε, το 1832, την ολοκλήρωση της μεγάλης Αψίδας του Θριάμβου στο Παρίσι, την οποία είχε ξεκινήσει ο Ναπολέοντας. Στον ίδιο τόμο ο Abel Blouet δημοσίευσε και πολύ ενδιαφέροντες και λεπτομερείς χάρτες,  τον “Χάρτη μέρους των ερειπίων της Σπάρτης”και τον χάρτη των περιχώρων της Σπάρτης που σχεδίασε ο Émile le Puillon de Boblaye .

Ο Ταΰγετος και ο Ευρώτας από τον Κωνσταντίνο Μαλέα (1920)

Image

Κωνσταντίνος Μαλέας, «Σπάρτη», ελαιογραφία,  47 x 63,5 εκ., ιδιωτική συλλογή.

Ο πίνακας δεν φέρει χρονολογία αλλά το πιθανότερο είναι ότι  ζωγραφίστηκε, μαζί με αρκετούς άλλους πίνακες με θέμα το τοπίο της Σπάρτης, από τον Κωνσταντίνο Μαλέα στο ταξίδι που έκανε στη Σπάρτη το 1920, και εκτέθηκε στη μεγάλη ατομική έκθεση του καλλιτέχνη στο Ζάππειο. τον Μάρτιο του 1920.

«Περπατούν στις όχθες του Ευρώτα…» Από τον «Γύρο της Ελλάδος» (1935).

Image

Το σχέδιο αυτό του Φ. Γαλανού προέρχεται από ένα βιβλίο για παιδιά με τίτλο «Ο Γύρος της Ελλάδος» που εκδόθηκε το 1935 από τον εκδοτικό οίκο Ελευθερουδάκη. Ως συγγραφέας του αναφέρεται ο «Κώστας Χωρικός», που είναι το ψευδώνυμο του ίδιου του Κώστα Ελευθερουδάκη, του ανθρώπου που ίδρυσε το 1910 τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο (και εξέδωσε, ανάμεσα στ’άλλα, το δωδεκάτομο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν). Συνέχεια

Το πρώτο ζωγραφικό τοπίο του Ευρώτα (1754)

Image

Αυτή είναι η παλαιότερη γνωστή ζωγραφική απεικόνιση του τοπίου του Ευρώτα. Το σχέδιο είναι του αρχιτέκτονα Λε Ρουά, που ταξίδεψε στη Σπάρτη το 1754. Ο ίδιος σχεδίασε και τον χάρτη της κοιλάδας του Ευρώτα. Το χαρακτικό έχει τίτλο: «Άποψη του Δρόμου της Σπάρτης», καθώς ο Λε Ρουά θεωρούσε ότι εκεί βρισκόταν ο Δρόμος που αναφέρεται από τον Παυσανία. Το συνοδεύει από την εξής περιγραφή:

«Ο Δρόμος ήταν ένα είδος σταδίου όπου ασκούνταν στο τρέξιμο οι νέοι Σπαρτιάτες: είναι πολύ ερειπωμένος. Σε μία πλευρά του, από τη μεριά του Ευρώτα, βλέπει κανείς, πολλά βάθρα γεμάτα επιγραφές που μας μαθαίνουν ιδιαίτερα τα ονόματα εκείνων που πήραν βραβεία στους αγώνες. Δεν τις δίνω εδώ, τις έχει αντιγράψει ο κ. Φουρμόν και βρίσκονται, μαζί με πολλές άλλες στη Βιβλιοθήκη του Βασιλιά, όπου μπορεί κανείς να τις δει· όμως, στην Άποψη του Δρόμου, έχω παραστήσει τη μορφή μιας από αυτές τις βάσεις. Για να τον ζωγραφίσω, κάθισα σε ένα κάπως ψηλό σημείο, για να φαίνεται ο Ευρώτας, και για να δείξω τη θέση του ποταμού ανάμεσα στον Δρόμο και το βουνό που βρίσκεται στα δεξιά, και πάνω στο οποίο ήταν χτισμένο το φρούριο Μενελάιο· το άλλο βουνό στα αριστερά είναι ο Θόρναξ.»

Τόσο από το σχέδιο, όσο και από την περιγραφή, καταλαβαίνουμε ότι αυτό που εικονίζεται στην πραγματικότητα είναι τα ερείπια του ιερού της Ορθίας Αρτέμιδος, και συγκεκριμένα του μικρού ρωμαϊκού αμφιθεάτρου, όπου και σήμερα μπορεί να δει κανείς και τα βάθρα με τις επιγραφές που αναφέρει ο Λε Ρουά.

Το ενδιαφέρον όμως αυτής της εικόνας δεν έχει κάνει μόνο με την ιστορία της αρχαιολογίας, αλλά με ότι ο Λε Ρουά ανέβηκε, όπως λέει, σε ένα ψηλό σημείο κυρίως για να αποδώσει –για πρώτη ίσως φορά– το τοπίο του Ευρώτα και των λόφων του Μενελάιου.