Ο Κωνσταντίνος Μαλέας ζωγραφίζει τον χιονισμένο Ταΰγετο (1920)

Image

Κ. Μαλέας, «Ταΰγετος», ελαιογραφία σε μουσαμά, 49 x 68 εκ., Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη

Τον Μάρτιο του 1920 ο Κωνσταντίνος Μαλέας κάνει μια μεγάλη ατομική έκθεση του στο Ζάππειο. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν ήταν και μια σειρά τοπίων από την περιοχή της Σπάρτης, σε κάποια από τα οποία φαίνεται πως είχε δώσει τον ομαδικό τίτλο «τα οράματα του Ταϋγέτου». Από τις κριτικές στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής μπορούμε να πάρουμε μια εικόνα για την έκθεση και τον αντίκτυπό της. Από  τις περιγραφές των κριτικών ξέρουμε ότι στην έκθεση εκτέθηκαν ο πιο πάνω «Ταΰγετος» με τις φραγκοσυκιές, καθώς και ο πιο κάτω, με τα κυπαρίσσια σε πρώτο πλάνο.[1] Πιθανώς και το τοπίο της Σπάρτης που έχουμε δει σε άλλη ανάρτηση. Συνέχεια

Advertisements

17 Ιουνίου 1829: τα μέλη της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής περνούν τη γέφυρά του Ευρώτα

Image

Prosper Baccuet, «Pont de Eurotas» (Expédition scientifique de Morée – Atlas, 1835, pl. XXVIII).

Το χαρακτικό αυτό, δημοσιευμένο το 1835 στον Άτλαντα της Expédition scientifique de Morée, είναι ζωγραφισμένο από τον Prosper Baccuet (1797-1854), αξιωματικό του στρατού και ζωγράφο που μετείχε στην Επιστημονική Αποστολή του Μοριά έχοντας αναλάβει καθήκοντα τοπιογράφου. Μπορούμε, βέβαια, να συγκρίνουμε αυτή την κάπως άτεχνη ή υπερβολικά ‘ρομαντική’ απεικόνιση του γεφυριού του Κόπανου από τον Baccuet με την πολύ μεγαλύτερη ρεαλιστικότητα και ακρίβεια του αντίστοιχου έργου του Stackelberg. Η διαδρομή της αποστολής περιγράφεται από τον επικεφαλής της, τον Bory de Saint-Vincent. Στις 17 Ιουνίου του 1829 η ομάδα των Γάλλων, ερχόμενη από την Τριπολιτσά με κατεύθυνση προς το Μυστρά, φτάνει στο Χάνι του Βουρλιά.

Image

Bory de Saint-Vincent

«Aπό αυτό το γραφικό και πράσινο μέρος φάνηκε η πεδιάδα του Μιστρά σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια: κλεινόταν από τις απόκρημνες και σκούρες πλαγιές του Πενταδάκτυλου, οι αγέρωχες κορφές του οποίου δεν είχαν ακόμα βγάλει τις λαμπερές τους κορώνες από πάγους· προσπερνώντας λοιπόν το δροσερό χωριουδάκι των Βουτιάνων, που έμεινε στα αριστερά μας με τις λεύκες του, κατεβήκαμε κατά μήκος ενός χειμάρρου πολύ βαθουλωτού, τα ασβεστολιθικά τοιχώματα του οποίου είναι σκαμμένα σε σπηλιές. Το μονοπάτι είναι αρκετά καλά χαραγμένο, αν και πετρώδες, και σε μερικά σημεία είναι σκαλισμένο σε σκαλιά· είναι ακόμα μια ολόκληρη λεύγα [γύρω στα 4 χλμ] από το Χάνι του Βουρλιά μέχρι τον Ευρώτα, τον οποίο περνάμε από μια πολύ γραφική γέφυρα (εικ. XXVIII), στην οποία μπαίνουμε περνώντας μέσα από ένα σωρό από βράχια που έχουν καταρρεύσει. Στην απέναντι όχθη η γέφυρα ενώνεται με τον δρόμο που έρχεται από το Λεοντάρι, για τον οποίο μίλησα πιο πάνω. Ο ποταμός, που έρχεται από τα βορειοδυτικά, φέρει στο σημείο αυτό το όνομα Καραβάς· το χάνει λίγο πιο κάτω στην πεδιάδα, αφού ενωθεί με τον παραπόταμο που έρχεται από την Αράχοβα, και παίρνει το όνομα Ίρης, και όχι Βασιλοπόταμος, όπως λανθασμένα επιμένουν να λένε οι περιηγητές, αντιγράφονταςς ο ένας τον άλλο, όπως και όλοι οι χάρτες, ως και το δικό μας φύλλο 6, της μεγάλης έκδοσης για το Μοριά, όπου γλίστρησε το λάθος αποδεικνύοντας τι μπορεί να κάνει η δύναμη της συνήθειας.

Κάτω από τη γέφυρα, το ποτάμι είναι βαθύ, στενό και γρήγορο· τα νερά του έχουν επίσης το πιο γλυκό χρώμα. Αιχμάλωτος από τη γέννησή του, ανάμεσα στις βραχώδεις κάθετες όχθες του, στον βάθος μιας στενής κοιλάδας, ανοίγει στη συνέχεια, σαν ένα κανάλι συχνά αρκετά πλατύ, μέσα από πελώριες ροδοδάφνες που μπλέκονται με γιρλάντες αρκουδόβατων. Από τη γέφυρα και μετά αρχίζει και αυτή η αφθονία των Cannevères (Arundo Donax, L.) τα οποία οι ποιητές αναφέρουν ως καλάμια, και οι ωραίες συστάδες των οποίων, που θωπεύονται νωχελικά από τους ανέμους, δικαίως έδωσαν στον ποταμό της Λακωνίας το επίθετο καλλιδόναξ

Bory de Saint-Vincent, Expédition scientifique de Morée. Section de sciences physiques, 1ος τόμος: Relation, Παρίσι 1836.

Image

Εδώ βλέπετε λεπτομέρεια του χάρτη του Μοριά της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής. Ο δρόμος που πήγαινε από την Τριπολιτσά  στο Μυστρά (με κόκκινο χρώμα) περνούσε από το χάνι του Κρεβατά (Khani de Kravata) , το χάνι του Βουρλιά (Khani de Vourlia) και το γεφύρι του Κόπανου (Kopano-Gephyri).

Μπορείτε να δείτε εδώ έναν νεότερο χάρτη, γύρω στο 1900, με τον ίδιο δρόμο και τα χάνια κατά μήκος του.

Επίσης, μπορείτε να δειτε και άλλους χάρτες και απόψεις της περιοχής της Σπάρτης που δημοσίευσε η Γαλλική Επιστημονική Αποστολή.

Ο Ευρώτας στην πρώτη σελίδα (2): ένα άρθρο του 1840 και οι στίχοι του Παναγιώτη Σούτσου

ΣΟΥΤΣΟΣ Ευρώτας 1840 1

«Ο ποταμός Ευρώτας», Αποθήκη των ωφελίμων γνώσεων, Απρίλιος 1840, σ. 49-51.

Το περιοδικό Αποθήκη των ωφελίμων γνώσεων εκδιδόταν στη Σμύρνη από το 1837 ως το 1844, με πρωτοβουλία προτεσταντών μισσιονάριων. Ήταν το ελληνικό ανάλογο του επιτυχημένου βρετανικού περιοδικού Penny Magazine. Από εκεί –όπως έχουμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση– προέρχεται το χαρακτικό που εικονίζει την παλιά τοξωτή γέφυρα του Ευρώτα (που είναι έργο του Stackelberg). Αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου είναι μετάφραση από το αντίστοιχο άρθρο του Penny Magazine. Έχει ωστόσο προστεθεί στην αρχή ένα ποίημα, χωρίς όμως να αναφέρεται το όνομα του ποιητή. Πρόκειται για ένα κομμάτι ενός μεγαλύτερου ποιήματος, γραμμένου από έναν από τους πιο γνωστούς Έλληνες ποιητές εκείνης της εποχής, τον Παναγιώτη Σούτσο, με τίτλο «Ο ερχομός του Όθωνος στην Ελλάδα, ή τα ερείπια της παλαιάς Σπάρτης», που είχε δημοσιευθεί -στην πρώτη του μορφή- στην εφημερίδα Ήλιος του Ναυπλίου τον Δεκέμβριο του 1833. Ένα ποίημα με πολύ έντονη την χαρακτηριστική ρομαντική μελαγχολία, εμπνευσμένο κυρίως από το διάσημο Οδοιπορικό του Σατωμπριάν. Επίσης, στο τέλος του άρθρου έχει προστεθεί μια μικρή αναφορά στην πρόοδο της νεοσύστατης Νέας Σπάρτης (η οποία δεν είχε ακόμα ιδρυθεί το 1833, όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο του Penny Magazine).

ΣΟΥΤΣΟΣ Ευρώτας 1840 2

ΣΟΥΤΣΟΣ Ευρώτας 1840 3

Παραθέτω του στίχους του ποιήματος του Σούτσου για ευκολότερη ανάγνωση:

Kύλλα, της Σπάρτης ποταμέ, τα ρεύματά σου κύλλα!

Eις τον αφρόν σου τα ωχρά και μαραμένα φύλλα

Tου κρύου φθινοπώρου

Mε σιωπήν ακολουθούν το βροντερόν σου κύμα·

Kαθώς αυτά, σ’ακολουθώ σιωπηλός, με βήμα

Θρηνούντος οδοιπόρου.

Που είν’Eυρώτα οι καιροί εκείν’ οι δοξασμένοι,

Ως κύκνος, όταν έπαιζεν η θαυμαστή Eλένη

στα κρύσταλα νερά σου,

Kαι με τον Aγησίλαον ο ήρως ο Θηβαίος

Oπόταν ηγωνίζετο ακούραστος, δρομαίος

Ωσάν τα ρεύματά σου;

Hχώ αρχαία δεν λαλεί την σήμερον καμμία.

Kατήφεια και σιωπή και θλίψις κ’ ερημία

την όχθην σου κατέχει,

Kαι άλλο δεν ακούγεται παρά των καλαμώνων

O συριγμός, και η βοή του κύματός σου μόνον,

οπού βροντά και τρέχει.

Nα του Λυκούργου η πατρίς, η γη των αθανάτων,

H γη μεγάλων πράξεων, μεγάλων ονομάτων!

Ώ της Πελοποννήσου

Bασίλισσα! ώ Σπάρτη μου! σ’ ασπάζομαι με σέβας,

K’ εγγίζουσα τους πόδας μου με πυρπολεί τας φλέβας

Η γηραλέα γη σου.

Θρηνώδης θέα!.. σκέλεθρον της γης η πρώτη χώρα·

Kαι εις το κενοτάφιον του Λεωνίδου τώρα

Mανδρίζονται οι βόες·

Tου Kλεομένους, σπήλαιον, ή αχυρών ο οίκος·

Kαι τα θηρία κατοικούν η λέαινα, ο λύκος,

όπου οι πρώτοι νόες.

«Τα κορίτσια της Σπάρτης προκαλούν τα αγόρια»: η διαφορετική αρχαία Σπάρτη του Εντγκάρ Ντεγκά

DEGAS Young Spartans

Aυτός o πίνακας που εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου (μπορείτε να κάνετε κλικ πάνω του για να μεγεθυνθεί σε πολύ υψηλή ανάλυση) είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα του μεγάλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου Εντγκάρ Ντεγκά. Πρώτον, για το θέμα του, που είναι πολύ διαφορετικό από τα περισσότερα έργα του Ντεγκά, γνωστού κυρίως για τις «χορεύτριές» του, και πολύ περίεργο για έναν ιμπρεσιονιστή. Έπειτα, γιατί ενώ το ξεκίνησε το 1860, το ξαναδούλεψε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, και δεν το εξέθεσε ποτέ όσο ζούσε, ούτε το πούλησε, αλλά το κρατούσε στο διαμέρισμά του. Ο φίλος του ο Daniel Halévy, αναφέρει ότι «ο Ντεγκά, στα τελευταία χρόνια του, αισθανόταν πολύ δεμένος με αυτό το έργο· το είχε τοποθετήσει σε περίοπτη θέση πάνω σε ένα καβαλέτο, μπροστά στο οποίο του άρεσε να στέκεται – τιμή μοναδική, και σημάδι προτίμησης». Ο Ντεγκά είχε αποφασίσει να το εκθέσει στην Πέμπτη Εκθεση των Ιμπρεσιονιστών, τον Απρίλιο του 1880. Στον κατάλογο της έκθεσης υπάρχει ο τίτλος του: «Petites filles Spartiates provoquant des garçons (1860)». Τελικά όμως δεν εκτέθηκε. Έτσι έχουμε όμως τον τίτλο που ο ίδιος ήθελε να του βάλει, καθώς και την χρονολογία που φαίνεται ότι το ξεκίνησε. Συνέχεια

Dominique Papety: Πανόραμα του Ευρώτα δίπλα στη Σπάρτη, 1846 (Μουσείο του Λούβρου)

Image

Η απεικόνιση ενός τοπίου που, 170 χρόνια μετά, περιμένει την καταστροφή του.

Τα σχέδια αυτά, που συνθέτουν ένα μεγάλο πανόραμα του τοπίου της Σπάρτης, ζωγραφίστηκαν τον Ιούνιο του 1846 από τον Γάλλο ζωγράφο Dominique Papety. Ο Dominique Papety (1815-1849) ήταν ένα από τα ταλέντα της σχολής του νεοκλασικισμού. Το 1846 ταξίδεψε στην Ελλάδα μαζί με τον φίλο του, ομοϊδεάτη (ήταν και οι δύο οπαδοί του ουτοπικού σοσιαλισμού του Φουριέ) και μαικήνα των τεχνών François Sabatier. Από την Ελλάδα ο Papety έφερε ένα μεγάλο σύνολο σχεδίων, τα οποία, όταν λίγο αργότερα πέθανε –σε ηλικία μόλις 34 ετών-, έμειναν στον Sabatier, ο οποίος και τα κληροδότησε στο Λούβρο.

Image

Image

Image

Image

Ανάμεσα σε αυτά τα σχέδια ξεχωρίζει το πανόραμα της Σπάρτης. Το τοπίο της έκανε ξεχωριστή εντύπωση στον Papety και τον Sabatier, τόσο για αισθητικούς όσο και για ιστορικούς και ιδεολογικούς λόγους, μια που ο μύθος της ‘Σπάρτης’ ήταν συνδεδεμένος με τις επαναστατικές και ουτοπιστικές ιδέες.

Ο Papety χρησιμοποίησε λίγες μόνο αποχρώσεις του γκρίζου και του πράσινου (μολύβι, ακουαρέλα και λευκό γκουάς πάνω σε πράσινο χαρτί) και ελάχιστο κόκκινο χρώμα, για να τονίσει τις ανθισμένες ροδοδάφνες.

Ζωγράφισε καθισμένος στις όχθες του Ευρώτα. Στο δεύτερο σχέδιο διακρίνονται τα –πολύ λίγα τότε– άσπρα σπίτια της καινούργιας πόλης της Σπάρτης. Στο κάτω μέρος των σχεδίων ο ζωγράφος σημειώνει ονόματα των επιμέρους στοιχείων του τοπίου όπως: «ο Ευρώτας», «ο Ταΰγετος», «η νέα Σπάρτη», «η οροσειρά του Μενελάιου», «ο Πλατανιστάς», και την ημερομηνία: «Σπάρτη, 12 Ιουνίου 1846».

Το τοπίο αυτό που απεικονίζεται στα σχέδια του Papety, δηλαδή η πλατιά κοίτη και οι όχθες του Ευρώτα στο ύψος Σπάρτης, είχε μέχρι σήμερα καταφέρει να διατηρήσει –παρά τα διάφορα προβλήματα- σε έναν μεγάλο βαθμό την ομορφιά του.

Σήμερα όμως, κινδυνεύει άμεσα με την πιο βάρβαρη καταστροφή, καθώς σε αυτό ακριβώς το σημείο που ζωγράφισε ο Papety ετοιμάζονται να φτιάξουν μια τσιμεντένια γέφυρα μήκους 185 μέτρων και ένα πελώριο τείχος από τσιμέντο, άσφαλτο και μπάζα που, θα κόψει την κοιλάδα στα δύο.

Alfred de Curzon «Άποψη του Ευρώτα στην κοιλάδα της Σπάρτης», Μάιος 1852

Image

Αυτό το σχέδιο, μια από τις πιο ωραίες αυθεντικές απεικονίσεις του Ευρώτα, είναι σχεδόν άγνωστο καθώς αυτή είναι –πιστεύω– η πρώτη φορά που δημοσιεύεται, μετά την δημοσίευσή του το 1854 σε ένα επιστημονικό περιοδικό. Το ζωγράφισε ο Alfred de Curzon, ο οποίος ταξίδεψε στη Σπάρτη τον Μάιο του 1852 μαζί με δύο φίλους του, τον αρχιτέκτονα Σαρλ Γκαρνιέ (Charles Garnier) και τον συγγραφέα Εντμόν Αμπού, την περιγραφή του οποίου έχουμε ήδη δει. Το τοπίο της κοιλάδας του Ευρώτα τους γοήτευσε και, όπως γράφει ο Αμπού «οι δυο καλλιτέχνες πού ταξίδευαν μαζί μου και πού κάθε μέρα κατηγορούσαν την Ελλάδα ότι δεν διαθέτει πρώτα πλάνα, της τα συγχώρησαν όλα χάρη στον Ευρώτα και στη Λακωνία.»

Image

Πιο γνωστό είναι ένα άλλο ωραίο τοπίο που ζωγράφισε ο Curzon στη Σπάρτη, και εικονίζει τον «Ταΰγετο όπως φαίνεται από το θέατρο της Σπάρτης», γιατί το δημοσίευσε ο σπουδαίος γεωγράφος και αναρχικός Ελιζέ Ρεκλύ (Elisée Reclus) στον πρώτο τόμο της μεγάλης Γεωγραφίας του (Nouvelle Géographie universelle, la terre et les hommes, vol. 1 Παρίσι, 1876, σ. 93.), μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις του 19ου αιώνα.

Image

Στον ίδιο τόμο ο Ρεκλύ δημοσίευσε και ένα άλλο ενδιαφέρον σχέδιο του Curzon με τίτλο: «Μανιάτες και κάτοικοι της Σπάρτης».

Ο Alfred de Curzon (1820-1895) κέρδισε μια σχετική αναγνώριση, ζωγραφίζοντας τοπία, αλληγορίες, μυθολογικές και ιστορικές σκηνές, ενώ έκανε και τα σχέδια για τα ψηφιδωτά του φουαγιέ της περίφημης Όπερας του Παρισιού (του («Παλαί Γκαρνιέ») που έχτισε ο φίλος του, και συνταξιδιώτης του στη Σπάρτη, Σαρλ Γκαρνιέ, με αρχαιοελληνικά θέματα και επιγραφές, όπως αυτό εδώ με τον Κέφαλο και την Ηώ.

Image
Υπάρχουν και άλλα σχέδια και πίνακες του Curzon για την περιοχή της Σπάρτης, όπως  η πιο κάτω ακουαρέλα που εικονίζει το μοναστήρι της Περιβλέπτου στο Μιστρά, δημοσιευμένη σε έναν τόμο μετά τον θάνατό του.

Image

Οι «μαγευτικές όχθες» του Ευρώτα, όπως τις είδε και τις ζωγράφισε το 1817 ο Didot

Image

Το σχέδιο αυτό που εικονίζει τις όχθες του Ευρώτα, γεμάτες καλάμια, λεύκες και ροδοδάφνες, με τον Ταΰγετο στο βάθος, δημοσιευμένο το 1835 στο βιβλίο του Πουκεβίλ, Ελλάδα (Pouqueville, Grèce, Παρίσι: F. Didot frères, 1835), το ζωγράφισε το 1817 ο Ambroise-Firmin Didot. Ο Ambroise-Firmin ήταν γιος του Γάλλου εκδότη Firmin Didot, τον οποίον διαδέχθηκε μαζί με τον αδελφό του το 1827 στη διεύθυνση αυτού του περίφημου εκδοτικού οίκου. Υπήρξε μαθητής και γραμματέας του Κοραή στο Παρίσι, το 1816 βρέθηκε στην Κων/λη ως attaché στη γαλλική πρεσβεία και στις αρχές του 1817 στην ελληνική σχολή των Κυδωνιών (Αιβαλί). Φαίνεται πώς από εκεί έκανε, μαζί με άλλα μέλη της σχολής, το ταξίδι στην Πελοπόννησο.

Ο Ambroise-Firmin Didot (το όνομα του οποίου φέρει η οδός Διδότου στην Αθήνα, όπου βρίσκεται και η Γαλλική Σχολή Αθηνών) έγραψε και μία αφήγηση αυτού του ταξιδιού του στη Σπάρτη, την οποία δημοσίευσε, και πάλι, ο Πουκεβίλ στον πέμπτο τόμο του βιβλίου του Ταξίδι στην Ελλάδα (Pouqueville, Voyage dans la Grèce, 5 τόμοι, Παρίσι: Firmin Didot, 1820-1821), επειδή ο ίδιος ο Πουκεβίλ δεν ταξίδεψε καθόλου στη Λακωνία. Παραθέτω ένα κομμάτι της, όπου ο Didot  αναφέρεται καθώς φαίνεται και στην τοποθεσία του Ευρώτα που ζωγράφισε:

«Ο δίσκος της σελήνης χρύσιζε με τις ακτίνες του τις άκρες ενός διχτυού από λευκά σύννεφα που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τις κορυφές του Ταΰγετου και το πρώτο φως του ήλιου μας αποκάλυψε τις πανέμορφες γραμμές του που άρχιζαν να ζωγραφίζονται με κοκκινωπά χρώματα. Ατενίζοντας το μεγαλείο αυτού του θεάματος, φτάσαμε στο γεφύρι πάνω από το οποίο περνάει κανείς τον Ευρώτα. Ο Βασιλοπόταμος, όπως τον λένε οι σύγχρονοι, κάλυπτε τότε με τα νερά του όλο το πλάτος της κοίτης. Σε λίγο τα διάφανα νερά του, αλλά κι ολόκληρη η κοιλάδα της Λακεδαίμονος βάφτηκαν από το φως του άστρου της ημέρας που λαμπύριζε πάνω από τον κάμπο. Ξεπέζεψα από το άλογο μου για να σχεδιάσω το τοπίο που προσφερόταν στο βλέμμα μου. Όλα με γοήτευαν, λαγκάδια, δάση, πλαγιές, βουνά, και ακολουθούσα πεζός τη δεξιά όχθη του ποταμού, που στολίζεται πάντοτε από τα πανύψηλα καλάμια του και τις ροδο­δάφνες του, και δεν λείπουνε παρά οι ερωτευμένοι κύκνοι για να συμπληρώσουν τις εικόνες των ποιητών γι’ αυτές τις μαγευτικές όχθες. Μια βα­θιά γαλήνη, το ευωδιαστό πρωινό αεράκι, το βουητό των καταρρακτών του βασιλικού ποταμού, έκαναν απολαυστικό τον περίπατο μου. Βρισκόμουν σε κατάσταση έκστασης. […]

Φτάνοντας στο χωριό Μαγούλα, μερικές Λακεδαιμόνιες γυναίκες μας έγνευσαν να μπούμε στα μποστάνια που αρδεύονται από τα νερά του ποταμού Τίασα. Η όψη της περιοχής μ’έκανε να υποθέσω ότι πατούσαμε στον Πλατανιστά, εκεί όπου οι κόρες της Σπάρτης, στεφανωμένες με υάκινθους, τραγουδώντας, μέσα στους σεμνούς χορούς τους, τον επιθαλάμιο της Ελένης και του Μενελάου. Οι όχθες του Ευρώτα που αντηχούσαν από τα τραγούδια ενός υμέναιου, τόσο ιερά σφραγισμένου και τόσο μοιραίου για τους Έλληνες, έφερναν στο νου την τοποθεσία της σκηνής που μας περιγράφει ο Θεόκριτος. […] με περικύκλωναν αμέτρητες κληματαριές που σμίγανε τα κλαδιά τους με τις μουριές, τις λεμονιές και τις ροδιές, που έμπλεκαν τους πορφυρούς και χρυσαφένιους καρ­πούς τους, σχηματίζοντας αψίδες από λουλούδια και φυλλώματα. Άπλωσα την κάπα μου κάτω από το φύλλωμα μιας πορ­τοκαλιάς εντυπωσιακού μεγέθους, κι αφού ξεκουράστηκα μερικές στιγμές, κατηύθυνα τα βήματά μου προς τον τόπο όπου βρισκόταν κάποτε η Σπάρτη, που ο Σιμωνίδης ονομάζει δαμάστρα ανθρώπων [δαμασίμβροτον