«Κυκλική δόξα»: ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου γραμμένο στο Μυστρά το 1954

McCABE Mistra

                                               ΚΥΚΛΙΚΗ ΔΟΞΑ

1. Η δίψα και το ανένδοτο άστρο

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ πλατάνια κι ο Ταΰγετος
η καμπάνα μιλώντας εκείνα που ποτέ δε μιλήσαμε
κι αυτή η μεγάλη σκιά που αλλάζει όλο το φως σε κατάνυξη.

Είναι ο έρωτας κάτου απ’ το βράχο,
Μέσα στο βράχο,
πάνου απ’ το βράχο.

Τι θα προσθέσεις αν μιλήσεις ή αν σωπάσεις;
Το προσωπείο είναι ίδιο με το πρόσωπο. Δε θα κρυφτείς.
Και κάθε βράδι το ίδιο αστέρι
βάζει φωτιά
και στις τέσσερις γωνιές του ύπνου μας.

Ο ΦΟΒΟΣ είναι ο χρόνος – έλεγε.
Τίποτ’ άλλο. Χαμήλωνε τα μάτια.

Ένας νέος μ’ ένα ποδήλατο
έσκισε τη νύχτα.

Ύστερα άναψαν τα φώτα.
Έφυγε μ’ ένα ποδήλατο κάτου απ’ τα δέντρα.

Ανάμεσα σε δυο λέξεις κοινές
ακούσαμε πάλι
την αμηχανία εκείνου του άστρου.

Βαθύ, βαθύ το δάσος της γεροντικής ερήμωσης.

ΚΑΤΟΥ απ’ τα δέντρα -μακριά, πολύ μακριά-
ακούστηκε η φωνή σου – δεν την πίστεψες.

Εκείνο το ίδιο αστέρι του καλοκαιριού
κλαίει μπροστά στα κλειδωμένα χέρια σου.

ΟΧΙ, δεν είναι πίκρα. Η ανάλαφρη εσπέρα.
Τούτα τα βουνά με τις βαθειές πληγές τους – είπε.
Τούτες οι πληγές με την αμείλιχτη σιωπή τους – είπε.

Γύρισε τη ράχη του στο δρόμο.
Το πρόσωπο του ακούμπησε σχεδόν στον τοίχο –
άσπρος τοίχος, ολόγυμνος.

Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών ψήλωσε.
Κάρφωσε ένα καρφί στον τοίχο με προσήλωση,
σα νάταν αυτό το πιο αναγκαίο,
το πιο πολύ.

Άραγε η νύχτα να του αφιερώσει τα άστρα της;

Έφεγγε ο τοίχος. Το καρφί ξεχώριζε μεγάλο.
Τίποτα δεν κρεμόταν εκεί. Ούτε ο ίδιος.

2. Η δίψα στο χαγιάτι του Άη-Γιάννη

ΑΝΕΜΟΣ απολιθωμένος μπρος στην πόρτα.
Η αναπνοή των βουνών στο μέτωπο σου.
Η σιωπή της ρίζας διακλαδωμένη στον ύπνο σου.

Μια κραυγή σήκωσε τους ώμους της. Κ’ ύστερα τίποτα.
Κ’ ύστερα η νύχτα σέρνοντας την ουρά της στη στέγη

– μια ουρά παγωνιού. Ένα πούπουλο
τόφερε ο ήσυχος αέρας απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τ’ ακούμπησε κοντά στο κρεββάτι
να τρέμει, ν’ ανασαίνει
δίπλα στα σκονισμένα παπούτσια μας.

Είχαμε περπατήσει πολύ μες στη λιακάδα.
ΠΟΛΥ οδοιπορήσαμε ανάμεσα στα ερείπια
ανάμεσα σε στεγνές πέτρες και νεκρά υδραγωγεία. Πολύ διψάσαμε.

Μα έτσι πάντα, στο τελευταίο βήμα, λέγαμε,
μια λάμψη θ’ αναστήλωνε τα χέρια.

Η σιωπή που ακολουθεί είναι η ελάχιστη παύση
ανάμεσα σε μια αναπνοή που κόπηκε,
σε μιαν αναπνοή που αρχίζει.
ΜΑΡΜΑΡΑ πληγωμένα ελληνικά.
Κόκκινα βυζαντινά τούβλα.
Το χιονισμένο φεγγάρι του Ταΰγετου.
Φωνές των άστρων στον πορτοκαλλεώνα.
Ένα άσπρο άλογο βόσκει όλη νύχτα τ’ αγκάθια.

Κάτω απ’ τις ελιές ο Πλήθων Γεμιστός.
Στον ώμο του το κεφάλι του Βησσαρίωνα.
Κι αυτός ο νέος που γυρνάει τα μεσάνυχτα απ’ τη Σπάρτη –

Δεν ξεχωρίζουμε καλά το πρόσωπό του,
μια λάμπα πετρελαίου μικρή, καπνισμένη,
εδώ στο σανιδένιο χαγιάτι τ’ Άη-Γιάννη,

μονάχα η κίνηση του δυνατού χεριού,
μονάχα η στρογγυλάδα του γόνατος στο ντρίλινο παντελόνι,
μονάχα η ζέστα του χώματος. Καλοκαίρι,
σ’ αυτό το σανιδένιο χαγιάτι τ’ Άη-Γιάννη
σ’ αυτό το σιωπηλό παρατηρητήριο προς τη μεγάλη νύχτα.
ΑΛΥΧΤΗΜΑΤΑ σκυλιών στα ποτισμένα χωράφια,
οι φωνές των εκδρομέων,
το ραδιόφωνο στην πλατεία του χωριού,
κι αυτός με το χακί πουκάμισο. Δεν ξέρει τίποτα.

Βαρειά καμπάνα, κρεμασμένη ψηλά στη διαφάνεια,
στρογγυλεμένη απ’ τους ήχους που δε σήμανε
κ’ οι δυο κουρτίνες του παράθυρου μαρμαρωμένες μες στο μεσονύχτιον άνεμο,
ασάλευτες από την κίνηση που τις πληρώνει.
ΕΝΩΣΗ της πέτρας και του αέρα -έλεγε-
ένωση της φωτιάς και του νερού -δεν το πίστευε-
ένωση της φωνής και της σιωπής. Καμιά ένωση.

Μια σύσπαση στα χείλη του. Ανάρμοστη
αυτή του η διακριτικότητα μέσα στη νύχτα
φωτεινή, σκιασμένη, ανεξάρτητη. Ακούγονταν
τα βήματα των βοδιών στο παχύ χώμα.

Ο αγωγιάτης σήκωσε τα παντελόνια του, πέρασε το ποτάμι
Πίσω του φωσφόρισαν κύκλοι στα νερά – ξεχώρισε ολοκάθαρα,
μικρές σταγόνες έμειναν στα πόδια του.
Διψούσαμε όλη νύχτα στο χαγιάτι τ’ Άη-Γιάννη.
Διψούσαμε πλάι στον Ευρώτα. Δε μας έπαιρνε ύπνος.

ΕΙΧΑΝ αρχίσει οι ζέστες -Ιούνιος μήνας-
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεββάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη κι αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακκάκι του.

BON 1932 Mistra

3. Η δίψα στο Μυστρά

ΗΛΙΟΣ κονταρομάχος, παντοκράτορας της ερημιάς.

Διψούσαμε ανάμεσα στις πέτρες και στα χρόνια,
διψούσαμε όσα διψάσαμε πριν απ’ τη γνώση της δίψας
σε πέτρινα μονοπάτια μιαν έξοδο στον ουρανό
σε πέτρινα χείλη δυο φούχτες νερό
νερά.

Αγριοσυκιές δυναστεύοντας τ’ αρχαία ερείπια,
τρούλλοι σιωπής με κόκκινα κεραμίδια,
αγκάθια ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια της πέτρας.
Ο μαρμάρινος δικέφαλος στο νάρθηκα
φθαρμένος απ’ τα πέλματα χρόνων και χρόνων,
μόλις ανοίγοντας τα μάτια του στο τελευταίο βυζαντινό μισόφωτο.

Διψούσαμε. Κ’ οι παραπόταμοι του Ευρώτα άσπρα γυμνά χαλίκια
άσπρα γυμνά κόκκαλα, κ’ οι πικροδάφνες σκονισμένες
κοιτάζοντας τον παντοκράτορα ήλιο, τον τύραννο, τον αδυσώπητο.
ΤΟ ΡΑΣΟ του Παχώμιου ξεθώριασε μες στο λιοπύρι,
το μαύρο γύρισε στο κόκκινο,
το κόκκινο στο κίτρινο,
κ’ ύστερα πράσινο
κι αργότερα σταχτί — καθόλου χρώμα.
Το ράσο του Παχώμιου το κόψαμε λουρίδες,
βάλαμε πένθος στο μανίκι μας,
μπαλώσαμε τις σκηνές του Αη-Στράτη —
η καλόγρια τόκανε σφουγγαρόπανο,
πλένει το προαύλιο της Παντάνασσας
μιλώντας με την αυτοκράτειρα Θεοδώρα
που σαπουνίζει στη σκάφη το πουκάμισο της,
μ’ αυτό το ίδιο πράσινο σαπούνι που πλένουμε τα χέρια μας
μιλώντας για τ’ αρχαία κλέη και τις δυσκολίες του νοικοκυριού
για την ακρίβεια του ψωμιού και της πατάτας
για την ακρίβεια γενικά της ζωής
και πιο πολύ για την ακρίβεια κάποιων ασήμαντων πραγμάτων.
Διψούσαμε πάντα στην Παντάνασσα, δουλεύοντας μες στο λιοπύρι
σκαλίζοντας τους Νόμους, Πλήθων Γεμιστέ, πάνου στην πέτρα
κι ο Μανουήλ Χρυσολωράς μόνος στα ξένα με τα ερωτήματα του,
και το δικό σου λείψανο στα ξένα, ένδοξο λάφυρο στα χέρια του
Σιγισμούνδου Μαλατέστα
κ’ εδώ η καρδιά σου η διψασμένη να χτυπάει κάτου απ’ την πέτρα.

ΠΑΝΩ στο βράχο τα φαρδιά χνάρια απ’ τα πέλματα των στρατιωτών.
Με τέτοιον ήλιο πώς τους οδήγησαν στο θάνατο;
Πώς δέχτηκαν το θάνατο με τόσον ήλιο;
Πώς έγινε να σκεπάσουν με στάχτη τα μαλλιά τους;

Τώρα κρατούσαμε το σκοινί της καμπάνας στο χέρι μας,
ακούγαμε να τρέμει το σκοινί στην παλάμη μας,
χωρίς να χτυπάμε την καμπάνα,
χωρίς να λευτερώνουμε την κραυγή,
μην αντηχήσει η φρυγμένη κοιλάδα του Ευρώτα,
μη και ξυπνήσουν οι νεκροί φρουροί στα καραούλια,
μη κι ανεβούν οι σκλάβοι βροντώντας τις αλυσσίδες τους
στις τρομερές πέτρες του καλοκαιριού.

ΠΡΟΣΩΠΑ αγίων μπαλωμένα με τσιμέντο,
στο κάτω μέρος της τοιχογραφίας τα παιχνίδια των παιδιών και των πουλιών,
τα σταμνιά κι ο θόρυβος της κρήνης —
γραφικές λεπτομέρειες γδαρμένες απ’ τα νύχια του χρόνου,
επιμένοντας δίχως να καταφέρνουν να ευθυμήσει
αυτός ο Ωραίος Νέος με το άσπρο γαϊδουράκι,
τόσο συλλογισμένος απ’ την ευθύνη του και την απόφαση του,
τόσο απελπισμένος μες στο φως του,
διψώντας πλάι στις κρήνες και στις γεμάτες στάμνες και στα γεμάτα μάτια
των μαθητών Του.

Δούλευαν μες στο μεσημέρι του Μυστρά — δε σήκωναν το μέτωπο,
δούλευαν για το Ανώλεθρο, Πλήθων, μη φτάνοντας,
έτρεχε ο ιδρώτας μη μιλώντας καθόλου για τη δίψα τους
μήπως και σωριαστούνε γλείφοντας την πέτρα.

Είταν ωραίο το πράσινο της τοιχογραφίας
και το κεραμιδί συμπληρώνοντας το πράσινο,
συμπληρώνοντας — Με τι θα συμπληρώσουμε
τούτο το κόκκινο που δεν επιδέχεται παρά μόνο το κόκκινο;

Κι αυτός ο ορμητικός άγγελος,
σταματημένος στη στάση της ορμής,
τι έρχεται ν’ αναγγείλει,
ποιο πένθος του κρίνου,
ποιο θάνατο με τον κρίνο,
ποια νίκη, ποια ευτυχία του κρίνου;

Διψούσαμε κάτω απ’ την Κοίμηση της Θεοτόκου
σταματημένοι στη στάση της ορμής.
ΕΔΩ το φλογερό πράσινο των δέντρων,
η βέβαιη βουή των νερών,
οι νέοι σπαρτιάτες με τα ποδήλατα,
ο νέος ιερέας με το κυανό αντερί διασχίζοντας την εσπέρα,
το λεωφορείο στη σκιά της Μητρόπολης.

Εκεί τ’ ασκητικό βουνό με το σφιγμένο του σαγόνι
με το γδαρμένο στέρνο της υπεροψίας του
γυμνό, κατάγυμνο τ’ ασκητικό βουνό.

Κι εμείς, ανάμεσα.

Τη νύχτα, πλάι στις ροδοδάφνες, — έλεγε —
περπατούν ο Χριστός με τον Απόλλωνα.
Οι νέοι σπαρτιάτες ξεπεζεύουν απ’ τα ποδήλατα,
κόβουν κλαδιά, ντουφεκάνε, στέκουν και κατουράνε στον Ευρώτα.
Ο Απόλλωνας σωπαίνει
ο Χριστός σωπαίνει. Ο Ευρώτας κυλάει.
Δεν ακούσαμε τι είπε.
ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΙ κολλημένοι στον τοίχο,
οι εβδομήντα Μάρτυρες ανηφορίζοντας στην αγγαρεία της Μακρόνησος
μεγάλα δάκρυα βουλιαγμένα στις πέτρες και στα γένεια των αγίων.

Μια ροδιά επιμένει — ανάβει στο καταμεσήμερο τα κόκκινα λουλούδια της
σαν τους βαλάνους κοιμισμένων στρατιωτών. Αγριοσυκιές
τεντώνουν τα συστραμμένα χέρια τους έξω απ’ τ’ αρχαία παράθυρα
— δεν παραδίδονται.

Κι αυτός ο στρατιώτης χώνει το κεφάλι του στη βρύση
φτιάχνοντας ένα κράνος από νερό, αυτός
δεν υπακούει, δεν παραδίδεται, δεν παραιτείται.
ΕΙΝΑΙ τέσσερα χέρια απλωμένα στο σκοτάδι,
τέσσερα χέρια — δεν επαιτούν,
τέσσερις δέσμες ακτίνων καίγοντας τα χέρια,
μπορεί κιόλας οι ακτίνες να εκπέμπονται απ’ τα χέρια.

Σ’ αυτό τον τόπο η ευπρέπεια χαμογελάει πάνω απ’ τα κόκκαλα
πάνω απ’ τη δίψα αστράφτουν τ’ αυστηρά σιγίλλια των άστρων.
Όμορφοι τάφοι σκαλισμένοι με δάχτυλα προσεχτικά
— τίποτα δεν προδίνει την κραυγή τους. Τα πιο όμορφα γυμνά σμιλεύονται
στις σαρκοφάγους. Λέγαμε
για την πτωχεία των πατέρων μας
— φτωχοί αυτοί με την αξιοπρέπεια στη στάση και στο βάδισμα!
Στο πρόσωπό τους
οι σκιές απ’ τις τρομαχτικές χειρονομίες ενός εφιάλτη.
Φτωχοί και μεις — ο μέγας πλούτος που δεν δίνεται.

Οι εχθροί καλύτερα μαντεύουν απ’ τους φίλους
τι θησαυροί στοιβάζονται κάτου απ’ τις πέτρες.
Είχαμε αργήσει ανάμεσα στα ερείπια.

Κ’ είσουν εσύ, ο Περίβλεπτος, κλεισμένος (σε είδαμε)
μέσα στην κυκλική σου δόξα — αμίλητος,
κλεισμένος, ανεβαίνοντας κλεισμένος,
όπως κι ο ήλιος μες στον κύκλο της φωτιάς του,
καίγοντας τη μεταλλική του σάρκα,
καίγοντας και φωτίζοντας, φωτίζοντας και καίγοντας

ΜΥΣΤΡΑΣ, Ιούνιος 1954

(Γιάννης Ρίτσος, «Κυκλική δόξα», Ποιήματα 1930-1960, Τόμος Γ΄, Αθήνα: Κέδρος, Σεπτ.-Νοεμ. 1964. σ. 69-78.)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s