Εικόνες της περιοχής της Σπάρτης του ’30 από την Αθηνά Ταρσούλη

3

Το κείμενο και τα σχέδια από το βιβλίο της ζωγράφου και συγγραφέως Αθηνά Ταρσούλη «Κάστρα και πολιτείες του Μοριά» (1936)  δίνουν μια ζωντανή και νοσταλγική, για μας, εικόνα -αν και κάπως εξειδανικευμένα βουκολική-  της περιοχής της Σπάρτης στο μεσοπόλεμο. Η Ταρσούλη φτάνει στη Σπάρτη από τα νότια, από το δρόμο του Γυθείου:

«Σαν αέρας περνούμε από σύδεντρα τοπία, από χάνια, χωριά και περιβόλια. Το αυτοκίνητο καταπίνει τις κορδέλες του δρόμου, ανεβοκατεβαίνοντας από κορφές σε κοιλάδες, από πλατώματα σε χαράδρες βαθουλές. Κοπάδια τα πετούμενα, ξαφνιάζονται στο πέρασμά μας και παίρνουνε το  φύσημά τους για βοσκοτόπι’αλαργινά, για μακρινές κορφές, γι’ άλλες λαγκάδες.

Διαβαίνομε από την Κουτουμού, τη Μαλλιαρή Συκιά, απ’ του Παπά τη Βρύση, της Τάραψας το  χάνι, το  ποτάμι της Ρασίνας, από πλαγιές, κλεισούρες και ξέφωτα.

5

Ο Ταΰγετος

Πίσω από μια λοφοαλυσίδα, όπου τα γίδια σαλαγάν κι οι βοσκοπούλες πλέκουνε με τους πιστικούς τα θεοκριτικά ειδύλλια, ανοίγεται στ’ αριστερά μας η μεγαλόπρεπη σκηνογραφία του Ταΰγετου. Στα πόδια του, σ’ έκταση ατελείωτη, απλώνεται, όμοιος με δεντροθάλασσα, ο απέραντος σπαρτιά­τικος κάμπος. Όλοι του πράσινου  οι τόνοι, από το  θαλερό της πορτοκαλονεραντζιάς ως το πιο αεράτο του μακρινού ελαιώνα, από το  σκουροσμάραγδο των κυπαρισσιών ως το αργυρόφυλλο της ψηλόκορμης λεύκας, ξεχύνονται σε τούτο τον πολύχρωμο πίνακα, πού ’ρχονται να κεντήσουν του κάμπου και των μπαξέδων οι ανθοί, σαν πινελιές φλογάτες, λουλακιές και χρυσοκίτρινες.

Ο κάθε τόπος, όπως ο κάθε άνθρωπος, έχει τη φυσιογνωμία του κι ανάλογα με την έκφρασή του ξυπνάει αντανακλαστικά και μέσα μας μια διάθεση πότε γαλήνια, πότε σκληρή, πότε χαρούμενη, πότε θλιμμένη.

Ύστερ’ απ’τη Μονεμβάσια, πού μέσ’από την αυστηρή της εγκατάλειψη και τη σκληρόγραμμη μεγαλοπρέπειά της, άφησε ασυναίσθητα και κάποια της σφραγίδα πάνω μας, τώρα ή Σπάρτη κι όλ’ ή ποτάμια χώρα του Ευρώτα, μιαν άλλη διαφορετικήν εικόνα ξετυλίγοντας, ξυπνάει μέσα μας αύτή η πολεμόχαρη της αρχαιότητας μεγαλοπολιτεία, διάθεση γαλήνια κι ειδυλλιακή. Οι μυθικές μορφές του Κάστορα και Πολυδεύκη, οι ασπίδες και τα δόρατα του Λεωνίδα και των παλικαριών του δίνουν τη θέση τους στις νεραϊδοκόρες φίλες της Ελένης, πού κάτω από τούς φουντωτούς πλα­τάνους, στις ακροποταμιές, ψέλνουνε τα γαμήλια τραγούδια.

2

Ένας από τους λόφους της Σπάρτης

Ύστερ’ από το  Μαχμούτμπεη, τις αρχαίες  Αμύκλες, που ήταν η πρωτεύουσα της Αχαϊκής Λακω­νίας, αφήνοντας το  καταπράσινο Σκλαβοχώρι, ώς προχωρούμε, χωρίζομε σε λίγο τα πρώτα σπίτια της Σπάρτης. Στ’ αντικρινά υψώματα, τα κοκκινόχρωμα Μενελάϊα, μέ τον Πάρνωνα πιο πίσω, κλεί­νουν στα δεξιά μας τη φαντασμαγορική κορνίζα πού περιζώνει την πεδιάδα, τη γεμάτη θρύλους, τραγούδια και παραμύθια, πού τα ύφαναν η φύση, η τέχνη κι η ιστορία και τα κρατούν απάνω της σαν απλωμένο πέπλο, μεσ’από τούς αιώνες, αρχίζοντας από τ’Αρκαδικά βουνά, ως τις Κυθήριες άκτές.

Την καρπερή κοιλάδα σκίζει ο Εύρώτας, της Σπάρτης ο πατέρας, όπως τον θέλει το  παραμύθι, πού κατεβαίνει απ’τα βουνά της Μεγαλόπολης, απλώνοντας, στ’αριστερά της πολιτείας, την κοίτη του πλατιά, ανάμεσ’από καλαμιές και ροδοδάφνες κι από σειρές δεντρών πού στέκουν σε παράταξη στις όχθες του. Όμως ο ήμερος και λιγόνερος Ευρώτας του καλοκαιριού, με τις κατεβασιές και τους χειμάρρους του χειμώνα, γίνεται ο «Νεροδράκοντας» του κάμπου που καταπίνει ό,τι βρει στο πέρα­σμά του, για να το  ξεβράσει μες στο Λακωνικό κόλπο. Πολλά παραπόταμα από τα γύρω του βουνά χύνονται μες στο Νεροδράκοντα, ενώνοντας το  βουητό τους στο νεροκατρακύλισμά του.

1

Ο Ευρώτας έξω από τη Σπάρτη

Έν’ από τα μεγαλύτερα είναι o Οινούς ή Κελεφίνα, πού’ρχεται απ’τον Πάρνωνα της Κυνουρίας και πού της έχουν βγάλει ετούτο το  τραγούδι:

«Ο Νίρις φέρνει κούτσουρα, η Τίανα λιθάρια κι η Κελεφίνα η φόνισσα πνίγει τα παλικάρια.»

Έξω από τη Σπάρτη, τις δυο όχθες του Εύρώτα ενώνει το  μεγάλο σιδερένιο γεφύρι, που το  περνούν ερχόμενοι από την Τρίπολη ή πηγαίνοντας σ’αυτήν οι ταξιδιώτες.

Η δοξασμένη πολιτεία που δίκαια ονομάστηκε η βασίλισσα του Μόρια για την ιστορία της και για την ομορφιά της, μας υποδέχεται, ύστερ’από σαράντα πέντε χιλιόμετρα δρόμο, όπως μι’αρχόντισσα του παλιού καιρού, μ’έν’αυστηρό, αλλά καλόβολο χαμόγελο.

Η νέα Σπάρτη, που οικοδομήθηκε στη θέση της αρχαίας από το  βασιλέα Όθωνα το  1834, έχει τετρά­πλατους δεντροφυτεμένους δρόμους, μοιάζοντας στη ρυμοτομία της με την Κόρινθο, σπίτια μικρά και μεγάλα χωρίς περιττά στολίδια, εκκλησίες επιβλητικές, σχολεία, πλατείες και το  μουσείο της, στο σχέδιο του Χάνσεν, με το  περιποιημένο πάρκο του, πού κλείνει αρχαιότητες ελληνικές και ρωμαϊκές, βάθρα, επιγραφές, αγάλματα, σαρκοφάγους, αγγεία, πήλινα και χάλκινα αναθήματα, κι αλλα μαζί άρχαία.

Οι άνθρωποί της, φιλότιμοι κι εργατικοί, σοβαροί και λιγόλογοι, γίνονται πρόσχαροι σαν τα παιδιά, όταν η ώρα το  καλέσει. Άλλοι μένουν στον τόπο, έμποροι και βιομήχανοι, οι πιο πολλοί μεταξουργοί, κι άλλοι καλλιεργούν την καρπερή τους γη, πού γεννάει ακούραστη κάθε λογής προϊόντα, απάνω απ’ όλα το  λάδι και τα λεμονοπορτόκαλα.

Πριν λίγα χρόνια ακόμη, πολλοί Σπαρτιάτες φεύγαν για την Αμερική, ερχόμενοι ύστερ’ από καιρό, γεμάτοι δολάρια για το  καλό του το που. Αυτούς τους λέγαν «μπρούκληδες» κι ήταν οι πιο περι­ζήτητοι γαμπροί. Πολλές κοπέλες πού το  είχαν όνειρό τους να παντρευτούν κανένα «μπρούκλη», τραγούδαγαν χορεύοντας:

«Ήρθανε, καλέ κορίτσια,

ήρθαν οι Άμερικάνοι,

ήρθαν οι Άμερικάνοι,

κι όλοι βγήκαν στο σεργιάνι.

Με γαρούφαλο στο πέτο

για να παντρευτούνε φέτο.

Με δοντάκια χρυσαφένια

και πουγγιά μαλαματένια.

Βρε κορίτσια, βρε καημένα,

βγήτε όξω στολισμένα!

Φρούστου, φρούστου το  φουστάνι,

πάρτε μας, Άμερικάνοι!…»

4

Το γεφύρι της Μαγουλίτσας

Την ομορφιά της Σπάρτης συμπληρώνουν τα ολόγυρα χωριά της, άλλα κρεμασμένα σε πλαγιές, άλλα χωμένα σ’ άγριοφαράγγια, άλλα σε ψηλά πλατώματα κι άλλα στόν κάμπο σκορπισμένα. Κα­στανιά, Βορδόνια, Λογγάστρα, Τρύπη, Μαγούλα, Μυστράς, Παρόρι, Αγιάννης, Αναβρυτή, Σκλαβοχώρι, στά δεξιά του Ευρώτα, κάτω από τον Ταΰγετο, είναι τα πιο φημισμένα. Κατά το  μέρος του Πάρνωνα βρίσκονται τα χωριά του Κλαδά, ο Θεολόγος, το  Τσούνι, τ’ Άφισσού, οί Βουτιάνοι, ο Βρουλιάς και πιο βαθιά ο Βασσαράς, η Βαμβακού, τα Βρέσθενα, η Αράχωβα κι άλλα μικρότερα. Νερόμυλους, παλιές βρύσες, χτιστά γεφύρια, πού τα διαβαίνουνε χωρικές με στάμνες και βαρελάκια κέδρινα στη ράχη, πηγαίνοντας να τα γεμίσουν στα κρυσταλλένια κεφαλόβρυσα, βλέπεις σε κάθε βήμα σου μέσα στα χωριουδάκια.

Ποιος μπορεί να ξεχάσει του Παροριού τούς καταρράχτες, πού κατρακυλούν από την κισσοστρωμένη λαγκαδιά και τρέχουνε, βρύσες πολύκρουνες, κάτω από τα γέρικα πλατάνια;

Περνώντας από τα ισκιερά στρατόνια, καλημερίζεις γριές και νιες γυναίκες, που άλλες ράβουνε κάτω από πόρτες θολωτές, ίδιες βυζαντινές καμάρες, άλλες περπατάν στα χλοερά λιβάδια, στρίβον­τας σαν τη σβούρα στα δάχτυλα τ’ αδράχτι τους.

Η αρρεβωνιασμένη πού’χει μεγάλη προκοπή, γιατί παντρεύεται σε λίγο, βγαίνει το  σούρουπο και κάνει πέρα βιαστική, κρατώντας και τη ρόκα στη μασχάλη της.

—«Που πας, Ελένη, από σπερού, πού τρέχεις τέτοιαν ώρα;»

—«Πάω στη θειά μου τη Σταθού, πάω να νυχτερέψω,

να νέσω τη ροκούλα μου, να φτιάσιω τα προικιά μου,

να υφάνω μπόλια του γαμπρού, της πεθεράς μαγνάδι

και για τα νυφοσέντονα να στρίψω ασημοφάδι».

6

Στα βορεινότερα και στα πιο μακρινά χωριά οι γυναίκες φορούν την τοπική φορεσιά, από μέσα ένα μακρύ άσπρο ή σκούρο φουστανοτζίπουνο κι από πάνω τη γελέκα, ή το  μάλλινο μεγάλο σιγκούνι, μαύρο με κόκκινα σιρίτια στα ρελιάσματα και δυό κόκκινες φούντες στη μέση από πίσω. Είναι πολλές πού βάζουν για γαρνιτούρα και κρόσσια κάτω απ’το  σιγκούνι. Στο κεφάλι έχουν δεμένο το  μαντήλι και στα πόδια φορούν χοντρά παπούτσια, πασούμια, ή ένα είδος γουρνοτσάρουχα όταν πηγαίνουν στο βουνό.

Οι περισσότερες τώρα, στα πιο κοντινά χωριά της Σπάρτης, ντύθηκαν «ευρωπαϊκά».

Ένας τέτοιος τόπος παραμυθένιος πώς είναι δυνατό να μην ξυπνάει και τις βαθύτερες ερωτικές λαχτάρες, πού μέσ’ από τούς στίχους της λαϊκής ψυχής ξεχύνονται στα πιο απλοϊκά, αλλά και στα πιο όμορφα τραγούδια; Λέει ένας νιος στην κοπελιά;

Πέρασ’ απ’ την πόρτα σου

κ’ έγνεθες τη ρόκα σου,

κ’ είδα το  χεράκι σου

πούστριβε τ’ αδράχτι σου.

Δαχτυλίδι ελάμπισε

κ’ η καρδιά μου εράισε!

Μη σ’ αρρεβωνιάσανε;

Μη σε καπαριάσανε;

Πες το μου, να σκοτωθώ,

στο γκρεμνό να γκρεμιστώ!

Κι αυτή του απαντάει:

Δε μ’ αρρεβωνιάσανε,

δε με καπαριάσανε.

Γω εσένα λαχταρώ,

γω εσένα καρτερώ,

λεβεντιά μου, εσένανε,

που σ’έχ η μάνα σου ένανε.

Και το παλικάρι με την κοντή φουστανέλα, το γελέκι και τη μικρή μπόλια δεμένη κατάκορφα στο κεφάλι, ροβολάει σαν το  κατσίκι στις πράσινες ραχούλες, και πάει να παίξει τη φλογέρα του μέσα στ’ απόσκια των δασών που αντιλαλούνε τον ερωτικό του αχό, ως τα βαθιά φαράγγια του Ταϋγέτου.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s