Ο Κωνσταντίνος Μαλέας ζωγραφίζει τον χιονισμένο Ταΰγετο (1920)

Image

Κ. Μαλέας, «Ταΰγετος», ελαιογραφία σε μουσαμά, 49 x 68 εκ., Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη

Τον Μάρτιο του 1920 ο Κωνσταντίνος Μαλέας κάνει μια μεγάλη ατομική έκθεση του στο Ζάππειο. Ανάμεσα στα έργα που εκτέθηκαν ήταν και μια σειρά τοπίων από την περιοχή της Σπάρτης, σε κάποια από τα οποία φαίνεται πως είχε δώσει τον ομαδικό τίτλο «τα οράματα του Ταϋγέτου». Από τις κριτικές στις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής μπορούμε να πάρουμε μια εικόνα για την έκθεση και τον αντίκτυπό της. Από  τις περιγραφές των κριτικών ξέρουμε ότι στην έκθεση εκτέθηκαν ο πιο πάνω «Ταΰγετος» με τις φραγκοσυκιές, καθώς και ο πιο κάτω, με τα κυπαρίσσια σε πρώτο πλάνο.[1] Πιθανώς και το τοπίο της Σπάρτης που έχουμε δει σε άλλη ανάρτηση.

Image

Κ. Μαλέας, «Σπάρτη», ελαιογραφία σε χαρτόνι, 50 x 70 εκ., Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας. Κάτω δεξιά ο Μαλέας έχει γράψει «Σπάρτη 20».

Ο κριτικός της εφημερίδας Πατρίς μας πληροφορεί επίσης ότι δύο πίνακες που εικονίζουν τον Ταΰγετο είναι «αφιερωμένοι εις τον κ. Θ. Κουτούπην».[2] Πρόκειται βέβαια για τον Θαλή Κουτούπη, οικονομολόγο, βουλευτή Λακωνίας, ιδρυτικό μέλος της «Κοινωνιολογικής Εταιρίας» το 1908 μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, μέλος της Επιτροπής του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909, εκδότη της εφημερίδας Νέα Ελλάς, και υπουργό Εθνικής Οικονομίας στην βενιζελική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης το 1916. Αυτή η τελευταία ιδιότητά του εξηγεί, ίσως και τη σχέση του με τον Μαλέα –που εκείνο το διάστημα βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη και μπήκε στην υπηρεσία της κυβέρνησης– και, σε συνδυασμό με τη λακωνική του καταγωγή, την αφιέρωση.

Οι κριτικές ήταν διχασμένες, κι αυτό ήταν φυσικό, γιατί ο Μαλέας μπορεί σήμερα να αναγνωρίζεται ως ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα, τότε όμως ήταν ένας από τους πλέον ‘μοντέρνους’, δηλαδή αμφιλεγόμενους, ζωγράφους στην Ελλάδα. Επίσης, γιατί συνδεόταν με συγκεκριμένο καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κύκλο (τους δημοτικιστές) και πολιτική παράταξη (τους βενιζελικούς). Έτσι, ο ανώνυμος κριτικός του Νουμά, εγκωμιάζει την έκθεση του «διαλεχτού μας τεχνήτη», που «όσο προχωρεί απλουστεύει το σκέδιο και τάλλα τεχνικά του μέσα», «εξαϋλώνει τον κόσμο τον φυσικό, και ο εξπρεσιονισμός του μας φανερώνει κάτι το ονειρένιο και το εξωτικό που μεθά την ψυχή. [3] Αντίθετα, ο κριτικός του περιοδικού Πινακοθήκη, επιτίθεται στον Μαλέα:

«Ο κ. Μαλέας, ο αντιπρόσωπος των μαλλιαρών εις την ζωγραφικήν, εις την νέαν εν τω Ζαππείω έκθεσίν του, είνε ο αυτός ξενότροπος εμπρεσιονιστής μέχρις ακαταλήπτου. […] Η Ελληνική φύσις δεν τον ενέπνευσε, πολύ περισσότερον δεν τον κατέκτησε. Περνά απ’εμπρός της με πρόχειρα σκίτσα· δεν την ησθάνθη ή δεν ημπόρεσε να την αποδώση; […] ο Ταΰγετος, ο Υμηττός –δύο από τα ποιητικότερα όρη της Ελλάδος- ανέκφραστα, αποκρουστικά. […] Μόνον τα Οράματα του Ταϋγέτου αντέχουν εις την κριτική. Μας ανακουφίζουν.»[4]

Ο Παύλος Νιρβάνας, στην Εστία, παραδέχεται ότι οι επισκέπτες της έκθεσης δοκιμάζουν «την έκπληξιν του ανθρώπου που χάνει τα νερά του», όπως είχε γίνει και με την προηγηθείσα έκθεση του Παρθένη. Ωστόσο, υπερασπίζεται τον ζωγράφο, γιατί δεν κάνει έναν «επιπόλαιο ‘μοντερνισμό’, που είναι, ως γνωστόν, η καλλιτεχνική νόσος του αιώνος μας»· το έργο του, λέει, «έχει παλμόν και ομιλεί εις την ψυχήν». Ο κριτικός της Πατρίδος γράφει ότι «ο κ. Μαλέας δεν είναι απλώς ένας καλλιτέχνης με τόλμην εις τον πλέον τραβηγμένον εμπρεσσιονισμόν. Είναι ένας μάγος που ξέρει πως να δίνει ζωή εις τα νεκρά και σιγηλά μέρη, είναι ένας εμψυχωτής των άψυχων πραγμάτων». Οι δύο πίνακες με τον Ταΰγετο, λέει, «έχουν όλην την πνοήν και το ανέκφραστον κάλλος του τραγουδισμένου βουνού. Σε μεταφέρουν προς στιγμήν εις την ρέμβην του μεγαλείου του και σου μεταδίδουν την δροσιάν των λιωμένων χιονιών του και την θλίψην των γραφικών κυπαρισσιών.» Η Νέα Ελλάς του Θαλή Κουτούπη επέλεξε να αναδημοσιεύσει μια πολύ εγκωμιαστική κριτική του Albert Mille, Γάλλου ζωγράφου και κριτικού που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη και γνώριζε τον Μαλέα από τις πρώτες του εκθέσεις εκεί, ο οποίος εξαίρει κυρίως το αναγνωρίσιμο στυλ του Μαλέα· είναι, λέει, ίσως ο μόνος ζωγράφος στην Ανατολή που μπορεί να ξεχάσει να βάλει την υπογραφή του.[5]

Δεν ήταν τυχαία η συσχέτιση του Μαλέα με τους «μαλλιαρούς» (έτσι αποκαλούσαν τους δημοτικιστές οι αντίπαλοί τους, και η ονομασία αυτή είχε προέλθει από τα μακριά μαλλιά των αδελφών Πασαγιάννη). Ο Μαλέας συνδεόταν στενά μαζί τους, και ιδιαίτερα με τον Λάκωνα λογοτέχνη Κώστα Πασαγιάννη. Υπάρχουν διάφορα στοιχεία γι’αυτό, όπως ένα πορτρέτο του Πασαγιάννη από τον Μαλέα. Βενιζελικοί και οι δύο, βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη, στην υπηρεσία της εκεί κυβέρνησης μετά το 1916.

Image

Κ. Μαλέας «Κώστας Πασαγιάννης»

Μπορούμε λοιπόν να ‘διαβάσουμε’ αυτούς τους πίνακες παράλληλα με τις περιγραφές της ίδιας θέας από τον Πασαγιάννη στο βιβλίο του Σπάρτη-Μυστράς που έχουμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση:

«Τα πρώτα κορφοβούνια του ογκωμένα, πλατύστηθα και βαρειά, σαν δωρικά κιονόκρανα, το ένα κοντά στο άλλο αραδιασμένα, συναρμοσμένα απάνω σαν από μπρούντζινα αετώματα με πολύμορφα κοσμογο­νικά συνθέματα, έχουν τον αδρόμεστο χαραχτήρα της αρρε­νωπής επιβολής και της ακατάλυτης ρώμης.

Απάνω από τη ρωμαλέα αυτή και βαρυθεμέλιωτη βάση των πρώτων βουνών, που ορθόκορμα και απότομα σαν κρεμαστά υψώνονται κάθετα και σκυθρωπά από την πρασινόχαρη κοιλάδα του Ευρώτα, σε ένα αρμονικά μεγαλόπρεπο συνταίριασμα, που κάνει ασύγκριτα επιβλητικότερη τη σοβαρότητα του μοναδικού δράματος, —γιγαντώνονται ρυθμικά στο άπειρο, ξετυλίγονται έντονα ψηλά στο γαλάζιον αιθέρα, τα αργυρά χιονισμένα τόξα της πολύκορφης, απέραντης οροσειράς, πού εδώ και εκεί ξεχωρίζουν και διαγράφονται στον ουρανό  πλαστικά, — παρθενικοί μαστοί, θάλεγες, της ορθοβύζας Αρτέμιδος.»[6]

Ο Κώστας Πασαγιάννης διορίστηκε προϊστάμενος της «Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων» του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, διορισμός που προφανώς οφειλόταν στον Θαλή Κουτούπη, στη Νέα Ελλάδα του οποίου είχε δουλέψει από την αρχή της έκδοσής της.[7] Στη Θεσσαλονίκη ασχολήθηκε και με την διοργάνωση εκθέσεων. Ανάμεσα σ’αυτές πρέπει να ήταν και μια έκθεση με έργα του Μαλέα στη «Λέσχη των Φιλελευθέρων» τον Απρίλιο του 1917. Ο Πασαγιάννης δημοσίευσε μια εξυμνητική παρουσίαση της έκθεσης, επιτιθέμενος σε όσους είχαν αρνηθεί στο ζωγράφο την παραχώρηση ενός πιο κατάλληλου χώρου, σε όλους τους «ανίδεους και βαρετούς» που αδυνατούν να κατανοήσουν την τέχνη του Μαλέα, τον οποίο χαρακτηρίζει «ποιητή-ζωγράφο» και «μουσικό ζωγράφο» και τα έργα του «πολυσύνθετα οραματικά τραγούδια».

«Αναζητάει τις αρμονικές συμφωνίες των χρωμάτων σα μουσικά μοτίβα κόσμων εσώτερων. […] Δεν είναι παθητικός αφηγητής της φύσεως […] Τα έμψυχα τοπεία του, με τη γοητευτική, υποβλητική δύναμή τους […] είναι περισσότερο νοήματα παρά εικόνες. Περισσότερο δραματικές σκηνές παρά σκηνογραφίες».[8]

Ο δεύτερος πίνακας φέρει επιγραφή του ίδιου του Μαλέα: «Σπάρτη 20». Πρέπει λοιπόν να ζωγραφίστηκε, όπως μάλλον και οι υπόλοιποι, το 1920, σίγουρα πριν από τις αρχές Μαρτίου που άνοιξε η έκθεση, και πιθανότατα τον Φεβρουάριο, μια που στον ίδιο πίνακα βλέπουμε και μια ανθισμένη αμυγδαλιά. Και καθώς γνωρίζουμε ότι τον Φεβρουάριο του 1920 βρισκόταν στη Σπάρτη και ο Κώστας Πασαγιάννης,[9] μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Μαλέας ταξίδεψε στη Σπάρτη μαζί με τον Πασαγιάννη, που την ίδια περίπου εποχή έγραψε το Σπάρτη-Μυστράς.

[1] Ο Φώτος Πολίτης αναφέρεται στην «εικόνα με τις φραγκοσυκιές» (Φ. Π., «Εντυπώσεις και κρίσεις: Η έκθεσις Μαλέα», Πολιτεία, 2 Απρ. 1920) και η Πατρίς σε έναν τοπίο του Ταΰγετου που μεταδίδει «την θλίψην των γραφικών κυπαρισσιών» του (Ο Εστέτ’, «Καλλιτεχνικά χρονικά: Η έκθεσις Μαλέα», Πατρίς 19 Μαρτίου 1920, σ. 1).

[2] ‘Ο Εστέτ’, «Καλλιτεχνικά χρονικά: Η έκθεσις Μαλέα», Πατρίς 19 Μαρτίου 1920, σ. 1.

[3] [Ανώνυμο,] «Η Έκθεση του ζωγράφου Κ. Μαλέα», Ο Νουμάς, τχ. 678, 4 Απρ. 1920, σ. 224.

[4] [Ανώνυμο,] «Καλλιτεχνικαί εκθέσεις: Μαλέα», Πινακοθήκη, τχ. 20, Μάρτιος-Απρίλιος 1920.

[5] Albert Mille, «Καλλιτεχνική ζωή: Η έκθεσις Μαλέα», Νέα Ελλάς, 29 Μαρτίου 1920, σ. 1-2  (αναδημοσίευση από την Progrès, 24 Μαρτίου 1920).

[6] Κώστας Πασαγιάννης, Σπάρτη-Μυστράς, σ. 10-11.

[7] Η Νέα Ελλάς εκδόθηκε στην Αθήνα το 1913 και μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη όταν συγκροτήθηκε η εκεί κυβέρνηση.

[8] Κώστας Πασαγιάννης, «Νεοελληνική ζωγραφική: Κώστας Μαλέας (πρόχειρο σημείωμα)», Γράμματα, 1917, σ. 106-109.

[9] Ο Σταύρος Σκοπετέας αναφέρει ένα γράμμα του Κώστα Πασαγιάννη από τη Σπάρτη, με ημερομηνία 22 Φεβρουαρίου 1920, όπου μιλάει για τις παιδικές του αναμνήσεις. (Σταύρος Σκοπετέας, «Πασαγιάννηδες», Ελληνική Δημιουργία, τ. 8, τχ. 86, 1η Σεπτεμβρίου 1951, σ. 313-334.)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s