Ο Νίκος Καζαντζάκης «στους όχτους του Ευρώτα» το 1937

Image

Το Σεπτέμβριο του 1937 ο Νίκος Καζαντζάκης πραγματοποίησε μια περιοδεία στην Πελοπόννησο, που κράτησε 17 ημέρες, για λογαριασμό της εφημερίδας Καθημερινή. Ξέρουμε ότι στη Σπάρτη βρίσκεται στις 15 Σεπτεμβρίου, μια που στέλνει από εκεί ένα γράμμα στον Παντελή Πρεβελάκη. Τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή με γενικό τίτλο «Ένα ταξίδι εις την Πελοπόννησον», από τις 7 Νοεμβρίου ως τις 15 Δεκεμβρίου του 1937 (η φωτογραφία είναι από ένα από αυτά). Αργότερα, το 1961, θα συγκεντρωθούν σε τόμο υπό τον τίτλο Ο Μοριάς. Ο Καζαντζάκης είχε έρθει πολλές φορές στη Σπάρτη. Πρώτη φορά, το 1915, τον είχε φέρει ο Άγγελος Σικελιανός, στον οποίο και ανήκουν οι στίχοι «του μεγάλου ποιητή» που παραθέτει.

«Ανεβαίνω στο αυτοκίνητο, βιάζουμαι ν’αντικρίσω τη Σπάρτη. Θυμούμαι καλά, από περασμένα ταξίδια, τον ανθισμένο κάμπο, τα χορταριασμένα παλιά μάρμαρα, και πέρα το Μυστρά με τις χαριτωμένες εκκλησιές του, με τα ρημαγμένα πα­λάτια, με τη βαριά κορόνα του κάστρου. Πολλές φορές το έχω δει το θέαμα τούτο, μα ξέρω πώς ο άνθρωπος ποτέ δεν περνάει δυο φορές τον ίδιο ποταμό, ο κόσμος ανανεώνεται, και θα δω καινούρια Σπάρτη. Δεν ανανεώνεται ο κόσμος, ανανεώνεται ο άνθρωπος, κι ο ποταμός πού δεν περνούμε δυο φορές είναι μέ­σα μας ποταμός. Και γι’αυτό βιάζουμαι να δώ, αντικρίζοντας τη Σπάρτη, αν ανανεώθηκε η   ψυχή μου. […]

Μπαίνουμε στην αψηλή κλεισούρα, φτάνουμε στην Κόκκι­νη Λούτσα, περνούμε το χάνι Βουρλιά. Η Λακωνία μπροστά μας, τα πλούσια χώματα, τα λιγνά κυπαρίσσια, και στο βά­θος, πάνοπλος, ακατάδεχτος, ολόρθος, σκληρός νομοθέτης της Σπάρτης, γεμάτος γκρεμούς, ο Ταΰγετος. Η γοητευτική, γό­νιμη πεδιάδα είναι ξαπλωμένη στα πόδια του σα γυναίκα. Ό­λο αντρειά και γλύκα είναι το τοπίο, ταράζεται η ψυχή για μεγάλα έργα, και την ίδια στιγμή η αναπνοή της Ελένης ζαλίζει σαν την ανθισμένη λεμονιά το νου μας. Κι άθελα, κοιτά­ζοντας ψηλά τον Ταΰγετο, μουρμουρίζεις τους θείους στίχους του μεγάλου ποιητή:

Σ’άσπρα άλογα των Διόσκουρων το ασύγκριτο ζευγάρι κατεβαίνει, κι ανάμεσα στ’  αδέρφια της πού άκροποδίζουν στον γκρεμό, σκυμμένη, μέσα σε πέπλο αθάνατο, κατηφοράει, σαν το νερό, η Ελένη.

Είναι άραγε η πεδιάδα τούτη της Σπάρτης τόσο φιλήδονη και τρυφερή, τόσο μεθυστικά μυρίζουν οι ροδοδάφνες της κι οι λε­μονιές της, η μήπως όλη τούτη η   γοητεία αναβρύζει από το πολυφίλητο, πολυπλάνητο σώμα της Ελένης; Σίγουρα ο Ευ­ρώτας δε θα είχε τη σημερινή αποπλανητική του χάρη, αν δεν έσμιγε, παραπόταμος της Ελένης, με τον αθάνατο μύθο· χώ­ματα, θάλασσες, ποτάμια σμίγουν με αγαπημένα μεγάλα ο­νόματα και χύνουνται αχώριστα πια, μες στην καρδιά μας. Όπου πέρασε το πλάσμα της λαχτάρας ενός μεγάλου ποιητή —η Ελένη, ο Προμηθέας, η Δισδεμόνα— εκεί η όχθη ανθίζει αιώνια, η πέτρα φωνάζει αιώνια, η ιτιά γέρνει και πνίγεται μέσα στον ποταμό αιώνια.

Περπατάς τους ταπεινούς τούτους όχτους του Ευρώτα και νιώθεις τα χέρια σου, τα μαλλιά σου, οι στοχασμοί σου να μπλέκουνται μέσα στο άρωμα μιας γυναίκας φανταστικής, πολύ πιο αληθινής, πολύ πιο χεροπιαστής από τη γυναίκα που αγαπάς κι αγγίζεις. Και συλλαμβάνεις τον εαυτό σου, όσο σκληρός κι απελπισμένος κι αν είναι, να της ψιθυρίζει παμ­πάλαια χαϊδευτικά παρανόμια: Ανδροφόνος, Άνθεια, Αφρία, Δωρίτις, Έφιππος, Επιτραγία, Θαλάμων, Μαχανίτις, Μυχία, Παρακύπτουσα, Πειθώ, Πράξις και Ψίθυρος…

Ήταν βράδυ, σεριάνιζα στους όχτους του Ευρώτα, ήμουν κουρασμένος και χαρούμενος και δεν ήθελα να σηκώσω τα μά­τια και ν’αντικρίσω τον Ταΰγετο, γιατί ήξερα πώς έντρομη όλη η γλύκα θα φύγει και θα τραχύνει η καρδιά μου. Την πρώ­τη βραδιά τούτη θα ήθελα να την περάσω με το μακρινό, αθά­νατο άρωμα της Ελένης. Δεν ήρθα γι’αυτήν –μα είναι πάντα χρέος του ανθρώπου, για μια στιγμή, τον πιο βαρύ σκοπό του να τον ξεχνάει με την Ελένη. Ίσως η στιγμή αυτή της απιστίας να είναι, ποιος ξέρει, το μόνο σίγουρο λάφυρο απάνω στη γης.  […]

Πήραμε πίσω το δρόμο της Σπάρτης. Βραδινή γλύκα, ο ήλιος αρχίζει να βασιλεύει, έσταζαν οι ελιές φως, και μερικά σύννεφα αρμένιζαν κατά τη δύση φορτωμένα χρυσάφι. Δεξά και ζερβά μας φραγκοσυκιές κι αθάνατα. Μια κοπέλα πέρασε· μαύρα καμαρωτά φρύδια, φαρδιά λαγόνια, και κρατούσε στον ώμο ένα καλάθι σταφύλια. […]»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s