Ο Σατωμπριάν στον Ευρώτα τον Αύγουστο του 1806

Από το Οδοιπορικό του 1811

(François René de Chateaubriand, Itinéraire de Paris a Jérusalem, et de Jérusalem a Paris: en allant par la Grèce et revenant par l’Egypte, la Barbarie et l’Espagne, Παρίσι: Le Normant, 1811, 1ος τόμος, σ. 71-121.)

Chateaubriand-Eurotas (1851)

«Ο κ. Σατωμπριάν στις όχθες του Ευρώτα», εικονογράφηση από έκδοση του Οδοιπορικού του 1851.

Αφήσαμε το χάνι κατά τις τρεις το απόγευμα και κατά τις πέντε φτάσαμε σε ένα ύψωμα, απ’ όπου αντικρύσαμε τον Ταΰγετο, που τον είχα δει κι από την αντίθετη μεριά, τον Μιστρά, χτισμένον στους πρό­ποδες του και την κοιλάδα της Λακωνίας.

Κατεβήκαμε στην κοιλάδα από μιά σκάλα λαξευμένη στο βράχο, όπως ακριβώς και στό όρος Borée. Είδαμε μια ελαφριά γέφυρα, μονότοξη, που ρι­γμένη πάνω από ένα ποταμάκι ένωνε δυο ψηλούς λόφους. Φτάνοντας στην όχθη του ποταμού περάσαμε από τα ρηχά τα διάφανα νερά του μέσα από ψηλά καλάμια και πανέμορφες ανθισμένες ροδοδάφνες. Το ποτάμι αυτό που το περνούσα έτσι χωρίς να ξέρω τι ήταν, ήταν ό Ευρώτας. Μια ελι­κοειδής κοιλάδα ανοίχτηκε μπροστά μας· περνούσε ανάμεσα σε ομοιόμορφα βουναλάκια, που φαίνονταν σαν τεχνητά βουνά ή σαν τύμβοι. Ακολουθήσαμε αυτά τά στριφογυριστά μονοπάτια και φτάσαμε στο Μιστρά την ώρα που έπεφτε η ήλιος. […]

Θα διορθώσω εδώ ένα λάθος πού προκαλεί σύγχυση στους χάρτες της Λακω­νίας: δίνουμε αδιάκριτα το όνομα Ίρις ή Βασιλοπόταμος στον Ευρώτα. Ο La Guilletière, ή μάλλον ο Guillet, δεν ξέρει από που βρήκε αυτό το όνομα ο Νιγκέρ, κι ο κ. Πουκεβίλ δείχνει το ίδιο έκπληκτος μ’αυτό το όνομα. Ωστόσο, ο Νιγκέρ και ο Μελέτιος που έγραψαν και Νέρις από παραφθορά δεν έχουν ολότελα άδικο. Ο Ευρώτας είναι γνωστός στον Μιστρά ως Ίρι (και όχι Ίρις) ώς το σημείο που ενώνεται με την Τίασα: εκεί πέρνει το όνομα Βα­σιλοπόταμος, που το διατηρεί ως τις εκβολές του. […]

Κοιτάζοντάς την πάνω από το κάστρο του Μιστρά η κοιλάδα της Λακω­νίας, είναι θαυμαστή: έχει κατεύθυνση σχεδόν από βορρά προς νότον· περικλείεται από τα δυτικά από τον Ταύγετο και από τα ανατολικά από τα βουνά Θόρναξ, Βορυσθένης, Όλυμπος και Μενελάιο. Μικροί λόφοι φράζουν το βορεινό μέρος της κοιλάδας και καθώς προχωρούν χαμηλώνοντας, σχηματίζουν με τις τελευταίες τους ράχες τους λόφους πάνω στους οποίους ήταν χτισμένη η Σπάρτη. Από τη Σπάρτη μέχρι τη θάλασσα, απλώνεται μια ενιαία και γόνιμη πεδιάδα, που την ποτίζει ο Ευρώτας. (1) Βλ. την περιγραφή μου για τη Λακωνία στους Μάρτυρες, 3η έκδ., τ. 2, σ. 338.

Νάμαι λοιπόν ανεβασμένος σε μια έπαλξη του κάστρου Μιστρά, να ανακαλύπτω, να εποπτεύω και να θαυμάζω όλη τη Λακωνία. Μα πότε θα μας μιλήσετε για τη Σπάρτη, θα μου πει αναγνώστης. Που είναι τα ερεί­πια αυτής της πόλης; Βρίσκονται μέσα στον Μιστρά; Μήπως δεν σώθηκε κανένα ίχνος της; Γιατί να τρέξεις πρώτα στις Αμύκλες, πριν επισκεφθείς την κάθε γωνιά της Λα­κεδαιμόνιας; Θα περιοριστείτε στο να ονομάσετε τον Ευρώτα, δίχως νά μας δείξετε τον ρου του και να μας περιγράψετε τις όχθες του; Πόσο είναι το πλάτος του και τι χρώμα έχουν τα νερά του; Πού είναι οι κύκνοι του, οι καλαμιές, οι δάφνες του; Όταν έχεις να κάνεις με την πα­τρίδα του Λυκούργου, του Άγι, Λύσανδρου, του Λεωνίδα, πρέπει να αναφέρεις και και τις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Την Αθήνα την έχει δει όλος ο κόσμος, όμως πολύ λίγοι εισχώρησαν μέχρι τη Σπάρτη: κανένας δεν έχει περιγράψει με πληρότητα τα ερείπιά της· ακόμα και η θέση αυτής της φημισμένης πόλης συνιστά ένα πρόβλημα. […]

«Να ο Μιστράς, έλεγα στον διερμηνέα: είναι η Λακεδαίμων, σωστά;»

Μου απαντούσε: «Signor, Λακεδαίμων; Ορίστε;»

«Σας λέω, η Λακεδαίμων η Σπάρτη;»

«Η Σπάρτη, τι;»

«Σας ρωτάω αν ο Μιστράς είναι η Σπάρτη.»

«Δεν καταλαβαίνω.»

«Μα πώς! Εσείς, ένας Έλληνας, ένας Λακεδαιμόνιος, δεν γνωρίζετε το όνομα της Σπάρτης;»

«Η Σπάρτη; Α, ναι, μεγάλη δημοκρατία! Ο περίφημος Λυκούργος!»

«Είναι λοιπόν ο Μιστράς η Λακεδαίμων;»

Ο Έλληνας μου ένα καταφατικό νεύμα. Αγαλλίασα.

«Τώρα, είπα, εξηγείστε μου τι βλέπουμε: ποιο είναι αυτό το κομμάτι της πόλης;» Και έδειχνα το κομμάτι που ήταν μπροστά μου, λίγο δεξιά.

«Το μεσοχώριον», απάντησε.

«Ναι το ξέρω: αλλά πιο κομμάτι της Λακεδαίμονος ήταν;»

«Της Λακεδαίμονος; Τι;»

Ήμουνα εκτός εαυτού.

Τουλάχιστον, δείξτε μου το ποτάμι.» Και επαναλάμβανα: «Ποταμός, ποταμός

Ο Έλληνάς μου μου έδειξε τον χείμαρο που ονομάζεται ποτάμι των Εβραίων.

Πώς, εκεί είναι ο Ευρώτας; Αδύνατον! Πέστε μου που είναι ο Βασιλοπόταμος.»

Ο διερμηνέας έκανε μεγάλες χειρονομίες και άπλωσε το χέρι δεξιά, προς τη μεριά των Αμυκλών.

Νάμαι λοιπόν ξανά βυθισμένος σε όλες μου τις συγχύσεις. Πρόφερα το όνομα Ίρη και, ακούγοντάς το ο Σπαρτιάτης μου έδειξε αριστερά, από την άλλη μεριά από τις Αμύκλες.

Έπρεπε να συμπαιράνω ότι υπήρχαν δύο ποτάμια: το ένα δεξιά, ο Βασιλοπόταμος· το άλλο αριστερά, ο Ίρη, κι ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο δεν περνούσαν από τον Μιστρά. Είδαμε πιο πάνω, από την εξήγηση που έδωσα γι’αυτά τα δύο ονόματα, την αιτία του λάθους μου.

Έτσι λοιπόν, έλεγα στον εαυτό μου, δεν ξέρω πλέον που είναι ο Ευρώτας· είναι όμως σαφές ότι δεν περνάει καθόλου από τον Μιστρά. Ο Μιστράς επομένως δεν είναι η Σπάρτη, εκτός κι αν ο ρους του ποταμού έχει αλλάξει και έχει απομακρυνθεί από την πόλη· πράγμα κάθε άλλο παρά πιθανό. Που είναι λοιπόν η Σπάρτη; Θα έχω έρθει μέχρις εδώ, και δεν θα κατάφερω να τη βρω! Θα γυρίσω πίσω δίχως να την έχω δει! Είχα απελπιστεί. Καθώς πήγαινα να κατέβω από το κάστρο, ο Έλληνας φώναξε: «Η εξοχότης σας ζητάει ίσως ο Παλαιοχώρι;» Στο άκουσμα αυτού του ονόματος θυμήθηκα το παράθεμα του d’Anville· φώναξα με τη σειρά μου: «Ναι, το Παλαιοχώρι! Την παλιά πόλη: Πού είναι το Παλαιοχώρι;»

«Εκεί κάτω, στη Μαγούλα», είπε ο διερμηνέας·  και μούδειξε μακριά μέσα στην κοιλάδα μια άσπρη καλύβα περιτριγυρισμένη από μερικά δέντρα.

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα καθώς κάρφωσα το βλέμμα μου πάνω σ’αυτό το άθλιο καλύβι που έστεκε μέσα στον εγκαταλελειμμένο περίβολο μιας από τις πιο φημισμένες πόλεις της υφηλίου, και που χρησίμευε ως το μοναδικό σημάδι της θέσης της Σπάρτης, η κατοικία ενός γιδοβοσκού που όλα του τα πλούτη ήταν το χορτάρι που φυτρώνει πάνω στους τάφους του Άγη και του Λεωνίδα. […]

CHATEAUBRIAND Itineraire 1811 hartis 2

Λεπτομέρεια από τον χάρτη του Οδοιπορικού με τη διαδρομή του Σατωμπριάν

Τρέχαμε ήδη μια ώρα σε έναν δρόμο που πάει ευθεία νοτιοανατολικά, όταν στο φώς της αυγής διέκρινα ορισμένα ερείπια και έναν μακρύ τοίχο αρχαίας κατασκευής: η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει. Ο γενίτσαρος γυρνάει προς τα μένα και, δείχνοντάς μου στα δεξιά με το μαστίγιό του μια άσπρη καλύβα, μου φωνάζει με ένα ύφος ικανοποίησης: «Παλαιοχώρι!» Κατευθύνθηκα προς το βασικό ερείπιο που ανακάλυψα πάνω σε ένα ύψωμα. Γυρίζοντας γύρω από αυτό το ύψωμα από την βορειονατολική πλευρά του για να το ανέβω, σταμάτησα ξαφνικά στη θέα ενός πολύ μεγάλου περιβόλου, ανοιχτού σε σχήμα ημικύκλιου, το οποίο αναγνώρισα αμέσως ως θέατρο. Δεν μπορώ να παραστήσω τα αναμικτά συναισθήματα που με κατέκλυσαν. Ο λόφος στους πρόποδες του οποίου βρισκόμουνα ήταν λοιπόν ο λόφος της ακρόπολης της Σπάρτης, αφού το θέατρο ήταν στηριγμένο πάνω στην ακρόπολη· το ερείπιο που έβλεπε πάνω στο λόφο ήταν επομένος η Αθηνά Χαλκίοικος, αφού αυτή ήταν πάνω στην ακρόπολη· τα ερείπια και ο μακρύς τοίχος που είχα περάσει πιο κάτω ανήκαν επομένως στη φυλή των Κυνοσουρών, αφού αυτή η φυλή βρισκόταν βορείως της πόλης· η Σπάρτη ήταν λοιπόν κάτω από τα μάτια μου· και το θέατρό της, που είχα την ευτυχία να ανακαλύψω φτάνοντας, μου έδινε επιτόπου τις θέσεις των συνοικιών και των μνημείων. Ξεπέζεψα και ανέβηκα τρέχοντας πάνω στο λόφο της ακρόπολης.

Σαν έφτασα στην κορυφή της, ο ήλιος σηκωνόταν πίσω από τα Μενελάϊα. Τι όμορφο θέαμα! μά και τί λυπητερό! Ο Ευρώτας κυλούσε μοναχικός κάτω από τα χαλάσματα της γέφυρας Βαβύκης· ερείπια παντού, και μήτ’ ένας άνθρωπος ανάμεσα στά ερείπια! Έστεκα ακί­νητος, μ’ένα είδος κατάπληξης, βλέποντας αύτη τη σκηνή. Ένα μείγμα θαυμασμού και πόνου σταματούσαν τα βήματα μου και τη σκέψη μου· βαθειά σιωπή ολόγυρα μου: θέλησα τουλάχιστον να κάνω να ακουστεί η ηχώ σ’αυτούς τους τόπους όπου δεν ακουγόταν πια η ανθρώπινη φωνή, και φώναξα μ’όλη μου τη δύναμη: Λεωνίδα! Κανένα ερείπιο δεν επανέλαβε αυτό το μεγάλο όνομα, και η ίδια η Σπάρτη φαινόταν σαν να το’χει ξεχάσει. […]

Στα ανατολικά, δηλαδή προς τον Ευρώτα βλέπει κανείς ένα βουναλάκι μακρόστενο και πεπλατυσμένο στην κορυφή, σαν να χρησίμευε ως στάδιο ή ιππόδρομος. Από τις δυο μεριές αυτού του υψώματος, ανάμεσα σε δυο άλλους λόφους που σχηματίζουν μαζί του σαν δύο κοιλάδες, βλέπει κανείς τα ερείπια της γέφυρας Βάβυκος και τον ρου του Ευρώτα. Από την άλλη μεριά του ποταμού, το βλέμμα σταματάει σε μια σειρά από κοκκινωπούς λόφους: είναι τα Μεναλάια όρη. Πίσω τους υψώνεται το τείχος των ψηλών βουνών που περιβάλλουν πιο μακρυά τον Αργολικό κόλπο.

Μέσα σ’αυτή τη θέα στα ανατολικά, ανάμεσα στην ακρόπολη και τον Ευρώτα, αν περιφέρουμε το βλέμμα μας από το βορρά προς τον νότο, παράλληλα προς τον ρου του ποταμού, θα τοποθετήσουμε τη φυλή των Λιμνατών, το ναό του Λυκούργου, το παλάτι του Δημάρατου, τη φυλή τών Αιγιδών και τη φυλή Μεσοατών, μια από τις Λέσχες, το μνημείο του Κάδμου, τους ναούς του Ηρακλή, της Ελένης και τέλος τον Πλατανιστά. Μέσα σ’αυτήν την πολύ μεγάλη έκταση μέτρησα επτά ερείπια που ήταν όρθια και εξείχαν από το έδαφος, αλλά ολότελα άμορφα και γκρεμισμένα. Καθώς είχα την ελευθερία να διαλέξω, ονόμασα ένα απ’αυτά ναό της Ελένης· ένα άλλο τάφο του Αλκμανα: νόμισα πως είδα τα ηρωϊκά μνημεία του Αιγέα και του Κάδμου· τάχθηκα λοιπόν με το μέρος του μύθου, ενώ από την ιστορία δεν αναγνώρισα παρά μόνο το ναό του Λυκούργου.  Ομολογώ πως από τον μέλανα ζωμό και την Κρυπτεία προτιμώ τη μνήμη του μοναδικού ποιητή που έβγαλε η Λακεδαίμων, και το στεφάνι που πλέκανε τα κορίτσια της Σπάρτης για την Ελένη με τα λουλούδια που μάζευαν στο νησί του Πλατανιστά:

O ubi campi,

Sperchiusque et virginibus bacchata Lacaenis,

Taygeta!

[…]

Κατέβηκα από την ακρόπολη και περπάτησα ένα τέταρτο της ώρας για να φτάσω στον Ευρώτα. Ήταν περίπου όπως όταν τον είχα περάσει δυο λεύγες πιο ψηλά δίχως να το ξέρω: μπροστά από τη Σπάρτη μπορεί να έχει το πλάτος του Μάρνη πάνω από το Charenton. Η κοίτη του, σχεδόν στεγνή το καλοκαίρι έχει την όψη μιας αμμουδιάς διάσπαρτης από μικρά βότσαλα, και φυτεμένης με καλάμια και ροδοδάφνες, μέσα στην οποία ρέουν μερικές λωρίδες δροσερού και διάφανου νερού. Αυτό το νερό μου φάνηκε θαυμάσιο· ήπια άφθονο, μια που πέθαινα από τη δίψα. Ο Ευρώτας αξίζει το επίθετο Καλλιδόναξ, με τα ωραία καλάμια, που του έδωσε ο Ευρυπίδης· δεν ξέρω όμως αν πρέπει να κρατήσει αυτό του κυκνοφόρου (olorifer) μια που δεν είδα κανένα κύκνο στα νερά του. Ακολούθησα το ρεύμα του, ελπίζοντας να συναντήσω αυτά τα πουλιά που, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πριν ξεψυχίσουν βλέπουν τον Όλυμπο, και γι’αυτό το τελευταίο τους τραγούδι είναι τόσο μελωδικό: οι ερευνές μου υπήρξαν άκαρπες. Φαίνεται ότι δεν διαθέτω, όπως ο Οράτιος, την εύνοια των Τυνδαρίδων, και δεν θέλησαν να με αφήσουν να διεισδύσω στο μυστικό του λίκνου τους.

Οι φημισμένοι ποταμοί έχουν την ίδια μοίρα με τους φημισμένους λαούς: στην αρχή είναι άγνωστοι, μετά δοξάζονται σ’όλη τη γη, και ακολούθως ξαναπέφτουν στην πρώτη τους αφάνεια. Ο Ευρώτας, που αρχικά λεγόταν, Ίμερος, κυλάει σήμερα ξεχασμένος υπό το όνομα Ίρι, όπως ο Τίβερις, που κάποτε λεγόταν Albula, κουβαλάει σήμερα στη θάλασσα τα άγνωστα νερά του Τέβερε. Εξέτασα τα ερείπια της γέφυρας Βάβυκος, που δεν είναι και πολλά πράγματα. Αναζήτησα το νησί του Πλατανιστά, και νομίζω ότι το βρήκα κάτω μάλιστα από τη Μαγούλα: είναι ένα πεδίο τριγωνικού σχήματος, που από τη μια μεριά βρέχεται από τον Ευρώτα ενώ οι δύο άλλες πλευρές του κλείνουν από τάφρους γεμάτους βούρλα, όπου τον χειμώνα ρέει το ποτάμι της Μαγούλας, ο αρχαίος Κνακίων. Μέσα στο νησί υπάρχουν μερικές μουριές και συκομουριές, καθόλου όμως πλατάνια. Δεν είδα τίποτα που να φανερώνει ότι οι Τούρκοι το έχουν ακόμα σαν μέρος αναψυχής· είδα ωστόσο μερικά λουλούδια, ανάμεσα τους γαλάζιους κρίνους που βγαίνουν πάνω σε ένα είδος glaïeuls [σπαθόχορτα;]· μάζεψα αρκετά στην ανάμνηση της Ελένης: το εύθραυστο στεφάνι της ομορφιάς υπάρχει πάντοτε στις όχθες του Ευρώτα, ενώ η ίδια η ομορφιά έχει χαθεί.

Η θέα που απολαμβάνει κανείς περπατώντας κατά μήκος του Ευρώτα είναι πολύ διαφορετική απ’αυτή που ανακαλύπτει πάνω από την ακρόπολη. Το ποτάμι ακολουθεί μια φιδογυσιστή κοίτη και κρύβεται, όπως είπα, ανάμεσα σε καλαμιές και σε ροδοδάφνες, μεγάλες σαν δέντρα· στην αριστερή όχθη, τα Μενελάια, με όψη άγονη και κοκκινωπή, σχηματίζουν αντίθεση με τη δροσιά και την πρασινάδα του ρεύματος του Ευρώτα. Στα δεξιά, ο Ταΰγετος ξεδιπλώνει το μεγαλοπρεπές του παραπέτασμα· όλη η έκταση ανάμεσα σ’αυτό το παραπέτασμα και το ποτάμι καλύπτεται από τους λόφους και τα ερείπια της Σπάρτης· αυτοί οι λόφοι κι αυτά τα ερείπια δεν φαίνονταν τώρα καθόλου σκυθρωπά όπως όταν τα βλέπεις από κοντά: μοιάζουν αντίθετα ζωγραφισμένα με χρώματα πορφυρένια, μενεξεδιά και χρυσαφένια. Τα θαυμαστά τοπία δεν τα κάνουν τα λιβάδια και τα φυλώματα που έχουν ένα σκληρό και ψυχρό πράσινο χρώμα: τα κάνει το φως: να γιατί οι βράχοι και τα ρείκια του κόλπου της Νεάπολης θα είναι πάντα πιο όμορφα από τις πιο εύφορες κοιλάδες της Γαλλίας και της Αγγλίας.

Έτσι λοιπόν, ύστερα από αιώνες λησμονιάς, αυτός ο ποταμός που είδε να περπατούν στις όχθες του οι Λακεδαιμόνιοι που έγιναν διάσημοι από τον Πλούταρχο, αυτός ο ποταμός, λέω, ίσως να χάρηκε μέσα στη μοναξιά του ακούγοντας να αντηχούν στις όχθες του τα βήματα ενός άσημου ξένου. Ήταν στις 18 Αυγούστου του 1806, στις εννέα η ώρα το πρωί, που έκανα μόνος μου, κατά μήκος του Ευρώτα, αυτόν τον περίπατο που δεν θα σβύσει ποτέ από τη μνήμη μου. Γιατί αν και μισώ τα ήθη των Σπαρτιατών, διόλου δεν παραγνωρίζω το μεγαλείο ενός ελεύθερου λαού, και δεν πάτησα ασυγκίνητος την ευγενική του σκόνη  Ένα και μόνο γεγονός αρκεί για τη δόξα αυτού του λαού: όταν ο Νέρωνας επισκέφθηκε την Ελλάδα, δεν τόλμησε να μπει στην Λακεδαίμονα. Τι υπέροχο εγκώμιο γι’αυτή την πολιτεία! […]

Η μέρα τελείωνε όταν άφησα αυτά τα ένδοξα ερείπια, τη σκιά του Λυκούργου, τις μνήμες των Θερμοπυλών και όλα τα ψέματα του μύθου και της ιστορίας. Ο ήλιος χανόταν πίσω από τον Ταύγετο, έτσι λοιπόν τον είχα δει και να αρχίζει και να τελειώνει τον γύρο του πάνω από τα ερείπια της Λακεδαίμονος. Ήταν πριν από τρεις χιλιάδες πεντακόσια σαραντατρία χρόνια όταν ο ήλιος ανέτειλε και έδυσε για πρώτη φορά πάνω απ’αυτή την πόλη. Έφυγα με το πνεύμα γεμάτο από αυτά που είδα κι από σκέψεις που θα μείνουν άσβηστες: τέτοιες μέρες μας κάνουν στη συνέχεια να αντέχουμε υπομονετικά πολλές δυστυχίες, και να μας κάνουν κυρίως αδιάφορους απέναντι σε πολλά θεάματα.

Πήραμε και πάλι αντίθετα τον ρου του Ευρώτα επί μιάμιση ώρα, μέσα από χωράφια, και πέσαμε πάνω στο δρόμο της Τριπολιτσάς. Ο Ιωσήφ και ο οδηγός είχαν κατασκηνώσει από την άλλη μεριά του ποταμιού, δίπλα στη γέφυρα: είχαν ανάψει μια φωτιά με καλάμια, αγνοώντας τον Απόλ­λωνα, που παρηγοριόταν από τα θροίσματά τους για το χαμό της Δάφ­νης. Ο Ιωσήφ είχε κάνει άφθονες προμήθειες από τα αναγκαία: είχε πάρει αλάτι, λάδι, καρπούζια, ψωμί και κρέας. Έψησε ένα αρνίσιο μπούτι, σαν τον σύντροφο του Αχιλλέα, και μου το σέρβιρε στη γωνία μιας μεγάλης πέτρας, μαζί με κρασί από το αμπέλι του Οδυσσέα και νερό από τον Ευρώτα. Είχα λοιπόν αυτό που ακριβώς που χρειαζόταν για να βρω αυτό το δείπνο εξαίρετο, αυτό που έλειπε από τον Διονύσιο για να αισθανθεί την αξία του μέλανα ζωμού.

Αφού δειπνήσαμε, ο Ιωσήφ μου έφερε τη σέλα μου, που τη χρησιμοποιούσα συχνά σαν μαξιλάρι· τυλίχτηκα στην κάπα μου και ξάπλωσα στην όχθη του Ευρώτα, κάτω από μία δάφνη. Η νύχτα ήταν τόσο καθαρή και γαλήνια, ώστε ο γαλαξίας φαινόταν σαν μια αυγή καθρεπτισμένη στα νερά του ποταμού, και που στην λάμψη του μπορούσες να διαβάσεις. Αποκοιμήθηκα με τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό, έχοντας ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου τον ωραίο αστερισμό του Κύκνου της Λήδας. Θυμάμαι ακόμα την ευχαρίστηση που αισθανόμουνα άλλοτε να κοιμάμαι έτσι μέσα στα δάση της Αμερικής, και κυρίως να ξυπνάω τη μέση της νύχτας. Άκουγα το θόρυβο του ανέμου μέσα στη μοναξιά, τους μηκυθμούς, των ελαφιών και των ζαρκαδιών, το βρόντο ενός μακρυνού καταρράχτη, ενώ η φωτιά μου μισοσβυσμένη κοκ­κίνιζε κάτω από τα φυλλώματα των δέντρων. Αγαπούσα ακόμα και τη φωνή του Ιροκέζου, όταν αυτός έβγαζε μια κραυγή μέσα στα δάση, και μέσα στο φέγγος των αστεριών και τη σιγαλιά της φύσης έμοιαζε να διακηρύσσει μια ελευθερία δίχως όρια. Όλα τούτα σου αρέσουν όταν είσαι είκοσι χρονών, γιατί η ζωή αρκεί, σα να λέμε, από μόνη της, και γιατί στην πρώτη νεότητα υπάρχει κάτι το ανήσυχο και το ασταθές που μας οδηγεί διαρκώς προς χίμαιρες,  ipsi sibi somnia fingunt· αλλά σε μια πιο ώριμη ηλικία το πνεύμα επιστρέφει σε πιο σταθερά γούστα: θέλει κυρίως να τραφεί με μνήμες και παραδείγματα της ιστορίας. Θα κοιμόμουνα και πάλι ευχαρίστως στις όχθες του Ευρώτα ή του Ιορδάνη, αν ήταν να επισκεφθούν τον ύπνο μου οι ηρωϊκές σκιές των τριακοσίων Σπαρτιατών ή των δώδεκα γιων του Ιακώβ· αλλά δεν θα πήγαινα πια να ψάξω μια καινούργια γη που να μην έχει σχιστεί ποτέ της από το αλέτρι: τώρα έχω ανάγκη από παλιές ερήμους, που να μου προσφέρουν τα τείχη της Βαβυλόνας ή τις λεγεώνες των Φαρσάλων, grandia ossa! Χωράφια που τα αυλάκια τους από το όργωμα να με μαθαίνουν κάτι και όπου να βρίσκω το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα του ανθρώπου, γιατί άνθρωπος είμαι κι εγώ.

Ο Ιωσήφ με ξύπνησε στις 19, στις τρεις η ώρα το πρωί, όπως του είχα παραγγείλει: σελώσαμε τ’αλογά μας και ξεκινήσαμε. Γύρισα το κεφάλι προς τη Σπάρτη, και έριξα ένα τελευταίο βλέμμα στον Ευρώτα: δεν μπορούσα να ξεφύγω από αυτή τη θλίψη που δοκιμάζει κανείς στην παρουσία ενός μεγάλου ερειπίου και όταν εγκαταλλείπει μέρη που δεν θα ξαναδεί ποτέ του.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s